Γράφει: Η Νανά Παλαιτσάκη
Υπάρχουν ημερομηνίες που μας ακολουθούν μέχρι να γίνουμε αστερόσκονη. Και υπάρχουν ημερομηνίες που δεν ανήκουν πια μόνο στους ανθρώπους που τις έζησαν, αλλά στη συλλογική μνήμη ενός ολόκληρου λαού.
Η 23η Ιουλίου 2018 ανήκει στη δεύτερη κατηγορία.
(Οι προσωπικές αναμνήσεις που περιλαμβάνονται σε αυτό το αφιέρωμα αποτελούν μέρος της προσωπικής μου διαδρομής με έναν τόπο που αγάπησα πάρα πολύ)
Ήταν Δευτέρα.
Εκείνη τη Δευτέρα δούλευα στο κέντρο της Αθήνας. Από το πρωί ονειρευόμουν, όπως κάθε άνθρωπος που έχει περάσει εβδομάδες μέσα στο τσιμέντο, να βρίσκομαι σε μια παραλία με έναν παγωμένο καφέ και ένα βιβλίο στο χέρι
Φυσικά υπήρχαν τυχεροί που ζούσαν το όνειρο του ελληνικού καλοκαιριού. Σε νησιά, σε παραλίες της Αττικής, η χαρά ενός θαλασσινού μπάνιου οποιαδήποτε ώρα, με οποιαδήποτε παρέα ή χωρίς ήταν πόθος 11 μηνών αναμονής
Όλα έδειχναν για όσους ήμασταν στην Αθήνα ότι η μέρα θα έκλεινε με την ψυχολογία της Δευτέρας που ως πρώτη εργάσιμη της εβδομάδας μόνο χαρούμενη δεν την λες. ;Όλοι όμως έχουμε χρησιμοποιήσει την παροιμία: όσα φέρνει η στιγμή δεν τα φέρνει ο χρόνος.
Το Μάτι δεν ήταν απλώς ένας παραθαλάσσιος οικισμός. Ήταν ένα σημείο αναφοράς του καλοκαιριού για πάρα πολλούς από μας. Είχα περάσει υπέροχα καλοκαίρια στο Μάτι και στην εφηβεία μου και αργότερα ως μαμά με το μωρό μου. Οι θείοι μου είχαν ένα σπίτι περιτριγυρισμένο με πεύκα, απέναντι από το φούρνο του κεντρικού δρόμου. Πόσο αγαπούσα τις μέρες εκείνες που μαζευόμασταν σ’ ένα μικρό αλλά απίθανα φιλόξενο σπιτικό, όπου η μυρωδιά από το ρετσίνι του πεύκου μπερδευόταν με το αλάτι και το αντηλιακό που φορούσαμε. Σε κάθε κορμό πεύκου έκανα και μια ευχή θυμάμαι, καθώς στην εφηβεία ήμουν ερωτευμένη πάντα με τον έρωτα. Στο φούρνο δίναμε και φαγητά να μας ψήσει που γινόντουσαν πεντανόστιμα, τα βράδια πηγαίναμε στο θερινό σινεμά θυμάμαι και μετά κατεβαίναμε στην παραλία με τους φίλους μου και κοιτάζαμε τ’ αστέρια. Όταν μπήκα στο Πανεπιστήμιο γνώρισα ένα αγόρι που γίναμε κολλητοί φίλοι. Τον Άγγελο. Είχαν ένα οικογενειακό σπίτι στο « Κόκκινο λιμανάκι». Θυμάμαι την πρώτη φορά που πήγα και η θέα ήταν συναρπαστική. Η μεγάλη αυλή του σπιτιού που ήταν γεμάτη λουλούδια έβλεπε την θάλασσα. Το μόνο που μπορεί να εμπόδιζε την θέα ήταν ο ήλιος… Κατεβαίναμε θυμάμαι μια σκάλα με χωμάτινα σκαλοπάτια και βουτούσαμε στην θάλασσα, όταν γυρίζαμε η μαμά του Άγγελου είχε έτοιμο καρπούζι με φέτα στο τραπέζι της αυλής . Σ’ εκείνη την αυλή το παιδάκι μου, ήταν θυμάμαι πριν κλείσει ένα χρόνο, έπαιζε, έλεγε τις πρώτες ακαλαβίστικες λέξεις και κολυμπούσε γραπωμένο από τον λαιμό μου στην θάλασσα.
Ούτε θυμάμαι πόσα βράδια πηγαίναμε περπατώντας μέχρι τις κατασκηνώσεις του Άγιου Αντρέα, συζητώντας τα πάντα, γελώντας και ακούγοντας μουσικές. Το Μάτι για μένα ήταν πάντα συνδεδεμένο με υπέροχες καλοκαιρινές στιγμές, ξένοιαστες, γεμάτες σχέδια, προσδοκίες και ξενοιασιά.
Στις 23 Ιουλίου 2018 από νωρίς το απόγευμα το Μάτι καθόρισε για πάρα πολλούς από εμάς τις ζωές μας, για διαφορετικούς λόγους σίγουρα στον καθένα, αλλά η ζωή μας χωρίστηκε, σ’ εκείνη πριν το Μάτι και μετά το Μάτι
Σε αυτά που γράφω δεν προτίθεμαι ν’ αναβιώσω τον πόνο, στόχος μου είναι να διατηρήσουμε ζωντανή την μνήμη, ν’ αποτυπωθεί με σεβασμό το χρονικό μιας εθνικής τραγωδίας και να θυμόμαστε πάντα ότι πίσω από τους αριθμούς υπάρχουν άνθρωποι, δένδρα, ζώα… Η μνήμη ξέρετε δεν αποτελεί χρέος απέναντι στο παρελθόν αλλά και ευθύνη απέναντι στο μέλλον
Δεν είμαι σίγουρη ότι στους αριθμούς της καταστροφής μπορεί να χωρέσουν τα καλοκαίρια που κάηκαν, οι παιδικές φωνές, οι βεράντες με τις ιστορίες τους, οι κήποι που γέμιζαν φίλους, τα πεύκα που είχαν ακούσει τις ευχές μας, οι αναμνήσεις από τα καρπούζια κομμένα σε φέτες, οι βόλτες στις κατασκηνώσεις του Άγιου Αντρέα, τα όνειρα στα βότσαλα, τα πρώτα μπανάκια του μωρού μου στην θάλασσα εκεί αλλά και εκατοντάδες προσωπικές ιστορίες που δεν θα γραφτούν ποτέ σε κανένα βιβλίο.


