Ο Όμηρος έφερε θεούς και ανθρώπους στο ίδιο ταξίδι. Ο Καζαντζάκης, αιώνες αργότερα, πήρε τον Οδυσσέα από την Ιθάκη και τον έστειλε ακόμη πιο μακριά: στα όρια της ανθρώπινης ελευθερίας.
Η «Οδύσεια» βρίσκεται ξανά στο επίκεντρο της παγκόσμιας συζήτησης. Η κινηματογραφική μεταφορά του ομηρικού έπους από τον Christopher Nolan έχει δημιουργήσει τεράστιο ενδιαφέρον πολύ πριν φτάσει στις αίθουσες. Και ίσως αυτή να είναι μια θαυμάσια αφορμή όχι μόνο για να επιστρέψουμε στον Όμηρο, αλλά και για να θυμηθούμε ένα από τα πιο εμβληματικά έργα της νεοελληνικής λογοτεχνίας: την «Οδύσεια» του Νίκου Καζαντζάκη.
Γιατί υπάρχει κάτι συναρπαστικό στην επιλογή του Καζαντζάκη. Δεν ξαναγράφει απλώς τον Όμηρο. Συνεχίζει από εκεί όπου εκείνος σταμάτησε. Ο Όμηρος επιστρέφει τον Οδυσσέα στο σπίτι
Η ομηρική «Οδύσσεια» είναι πολύ περισσότερα από την ιστορία ενός άνδρα που προσπαθεί επί δέκα χρόνια να επιστρέψει στην πατρίδα του. Είναι ένα έργο για την επιστροφή, την ταυτότητα, την επιθυμία, την απώλεια, την πίστη, την εξουσία, την οικογένεια, τη νοσταλγία. Και πάνω απ’ όλα είναι ένα έργο στο οποίο ο κόσμος των θεών και ο κόσμος των ανθρώπων συνυπάρχουν διαρκώς.
Η Αθηνά προστατεύει. Ο Ποσειδώνας οργίζεται. Ο Δίας αποφασίζει. Η Καλυψώ κρατά τον Οδυσσέα μακριά από την Ιθάκη. Κι όμως, ο άνθρωπος δεν είναι μια μαριονέτα στα χέρια τους. Ο Οδυσσέας σκέφτεται, εξαπατά, υπομένει, φοβάται, επιθυμεί. Κάνει επιλογές και πληρώνει γι’ αυτές. Ίσως γι’ αυτό η «Οδύσσεια» εξακολουθεί, σχεδόν τρεις χιλιάδες χρόνια αργότερα, να μας αφορά.
Γιατί κάτω από τους Κύκλωπες, τις Σειρήνες και τις θεϊκές παρεμβάσεις κρύβεται κάτι απολύτως σύγχρονο:Ενας άνθρωπος που προσπαθεί να βρει τον δρόμο του. Και όταν επιτέλους τον βρει; Εδώ ακριβώς αρχίζει ο Καζαντζάκης.
Η δική του «Οδύσεια», που εκδόθηκε το 1938 και αποτελείται από 33.333 στίχους, ξεκινά μετά την επιστροφή του ήρωα στην Ιθάκη. Ο Οδυσσέας έχει φτάσει εκεί όπου αγωνίστηκε τόσο πολύ να φτάσει. Έχει ξαναβρεί την Πηνελόπη. Έχει ξαναβρεί τον Τηλέμαχο. Έχει ξαναβρεί το βασίλειό του. Θα περίμενε κανείς ότι τώρα μπορεί επιτέλους να ησυχάσει.
Μόνο που ο Οδυσσέας του Καζαντζάκη δεν μπορεί να ησυχάσει. Η Ιθάκη, που στον Όμηρο ήταν ο μεγάλος προορισμός, γίνεται τώρα πολύ μικρή για εκείνον. Και ξαναφεύγει.
Γιατί να φύγει ένας άνθρωπος όταν έχει φτάσει στην Ιθάκη;
Ίσως αυτό να είναι και το μεγάλο ερώτημα του Καζαντζάκη. Τι συμβαίνει όταν αποκτήσουμε αυτό που για χρόνια πιστεύαμε ότι θέλαμε; Όταν φτάσουμε στον προορισμό; Όταν τελειώσει η μάχη; Μπορούμε πράγματι να σταματήσουμε; Για τον καζαντζακικό Οδυσσέα, η απάντηση είναι όχι. Ο άνθρωπος δεν ολοκληρώνεται όταν φτάνει. Ολοκληρώνεται όσο αναζητά.
Γι’ αυτό και η νέα περιπλάνηση του Οδυσσέα γίνεται πολύ περισσότερο από ένα γεωγραφικό ταξίδι. Γίνεται αναζήτηση της απόλυτης ελευθερίας. Ο ήρωας περνά από τόπους, ανθρώπους, ιδέες, επαναστάσεις, έρωτες, καταστροφές και πνευματικές δοκιμασίες. Κάθε φορά που κάτι κινδυνεύει να γίνει βεβαιότητα, πρέπει να το ξεπεράσει.
Δύο Οδύσσειες – δύο μεγάλα ανθρώπινα ερωτήματα
Ίσως γι’ αυτό αξίζει να διαβάσουμε τα δύο έργα το ένα δίπλα στο άλλο. Ο Όμηρος μοιάζει να ρωτά:
Πώς επιστρέφει ο άνθρωπος εκεί όπου ανήκει;
Ο Καζαντζάκης μοιάζει να ρωτά: Και τι γίνεται αν, όταν επιστρέψει, ανακαλύψει ότι δεν μπορεί πια να ανήκει πουθενά; Ανάμεσα στα δύο ερωτήματα χωρούν αιώνες ανθρώπινης ιστορίας. Στον αρχαίο κόσμο υπάρχει μια κοσμική τάξη. Υπάρχουν θεοί, μοίρα, νόμοι, πατρίδα, οικογένεια. Στον κόσμο του Καζαντζάκη ο άνθρωπος βρίσκεται πολύ περισσότερο αντιμέτωπος με τον ίδιο του τον εαυτό. Πρέπει να δημιουργήσει νόημα. Και μετά, ίσως, να έχει το κουράγιο να το ξεπεράσει. Δεν είναι ένα εύκολο βιβλίο
Θα ήταν άδικο να παρουσιάσουμε την «Οδύσεια» του Καζαντζάκη σαν ένα ανάγνωσμα που παίρνουμε μαζί μας στην παραλία και τελειώνουμε σε λίγες ημέρες. Δεν είναι.
Είναι ένα απαιτητικό, τεράστιο ποιητικό έργο. Η γλώσσα του είναι πλούσια, συχνά δύσκολη, γεμάτη λέξεις που δεν χρησιμοποιούμε πλέον ή που δημιούργησε και ανέσυρε ο ίδιος ο συγγραφέας.
Δεν χρειάζεται όμως να το αντιμετωπίσουμε σαν σχολική υποχρέωση. Ούτε χρειάζεται απαραίτητα να το διαβάσουμε γρήγορα. Μπορούμε να το διαβάζουμε λίγο λίγο. Να σταματάμε. Να επιστρέφουμε. Γιατί ορισμένα βιβλία δεν υπάρχουν για να πούμε ότι «τα τελειώσαμε». Υπάρχουν για να μας ακολουθούν. Από τον Όμηρο στον Καζαντζάκη, για να μπορούμε να έχουμε άποψη για τον Νόλαν.
Ίσως τελικά αυτό να είναι το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της σημερινής επιστροφής της «Οδύσσειας» στην επικαιρότητα. Ένα έργο που γεννήθηκε πριν από σχεδόν τρεις χιλιάδες χρόνια εξακολουθεί να προκαλεί νέες αφηγήσεις. Ο Όμηρος έστειλε τον Οδυσσέα στην Τροία και ύστερα τον ταξίδεψε για χρόνια μέχρι να επιστρέψει στην Ιθάκη.
Ο Καζαντζάκης τον παρέλαβε από εκεί και τον έστειλε ξανά στον κόσμο. Και τώρα ο Christopher Nolan επιχειρεί να μεταφέρει αυτό το τεράστιο έργο, στη μεγάλη οθόνη για το κοινό του 21ου αιώνα.
Τρεις διαφορετικές εποχές. Τρεις διαφορετικοί τρόποι να κοιτάξουμε τον ίδιο άνθρωπο. Γιατί ο Οδυσσέας, τελικά, δεν είναι μόνο ένας ήρωας της ελληνικής μυθολογίας. Είναι κάτι πολύ πιο οικείο. Είναι ο άνθρωπος που θέλει να φύγει. Ο άνθρωπος που λαχταρά να επιστρέψει.
Και, όταν επιστρέψει, ανακαλύπτει μερικές φορές ότι το ταξίδι τον έχει αλλάξει τόσο πολύ, ώστε η παλιά Ιθάκη δεν του αρκεί πια.
Και ίσως γι’ αυτό, πριν ή μετά την «Οδύσσεια» του Νόλαν, αξίζει να ανοίξουμε ξανά τον Όμηρο. Και ύστερα να τολμήσουμε τον Καζαντζάκη. Για να ανακαλύψουμε ότι η μεγαλύτερη Οδύσσεια δεν ήταν ποτέ η απόσταση από την Τροία μέχρι την Ιθάκη.
Ήταν —και παραμένει— η απόσταση που πρέπει να διανύσει ο άνθρωπος για να συναντήσει τον εαυτό του.


