Η ντουλάπα μετά τα 50 δεν χρειάζεται απλώς ξεκαθάρισμα. Ίσως χρειάζεται να αποφασίσουμε τι από την προηγούμενη ζωή μας θέλουμε πραγματικά να πάρουμε μαζί.
Γράφει η Δανάη Πατρικίου
Υπάρχει ένα φόρεμα που δεν έχουμε φορέσει εδώ και δέκα χρόνια.
Ένα σακάκι που αγοράσαμε όταν ξεκινούσαμε μια καινούργια δουλειά. Ένα παντελόνι που κάποτε μας ερχόταν τέλεια. Ένα ζευγάρι ψηλοτάκουνα που φορέσαμε σε μια βραδιά την οποία εξακολουθούμε να θυμόμαστε.
Και υπάρχουν εκείνα τα ρούχα που κρατάμε με την υπόσχεση ότι κάποτε θα τα ξαναφορέσουμε. Κάθε φορά που ανοίγουμε την ντουλάπα, βρίσκονται εκεί.
Δεν τα επιλέγουμε. Δεν τα φοράμε. Αλλά δεν μπορούμε και να τα αποχωριστούμε.
Γιατί άραγε είναι τόσο δύσκολο να αποχωριστούμε ένα ρούχο που δεν έχει πια θέση στην καθημερινότητά μας;
Ίσως επειδή, πολλές φορές, δεν κρατάμε το ρούχο. Κρατάμε τη γυναίκα που ήμασταν όταν το φορούσαμε.
Η ντουλάπα ως προσωπικό αρχείο
Μια γυναικεία ντουλάπα μπορεί να αφηγηθεί μια ολόκληρη ζωή.
Οι επαγγελματικές φιλοδοξίες, οι κοινωνικές υποχρεώσεις, οι έρωτες, οι διακοπές, οι μεγάλες αλλαγές, ακόμη και οι περίοδοι που προσπαθούσαμε να γίνουμε κάποια άλλη. Τα ρούχα λειτουργούν συχνά ως φορείς προσωπικών αναμνήσεων.
Ένα παλτό μπορεί να μας θυμίζει μια πόλη. Ένα φόρεμα έναν άνθρωπο. Μια τσάντα μια εποχή κατά την οποία αισθανόμασταν ιδιαίτερα δυνατές.
Και γι’ αυτό το ξεκαθάρισμα δεν είναι πάντοτε τόσο απλό όσο παρουσιάζεται στους οδηγούς οργάνωσης. Δεν πρόκειται μόνο για την απόφαση αν ένα αντικείμενο μας χρειάζεται.
Μερικές φορές είναι σαν να αποφασίζουμε αν είμαστε έτοιμες να αποχαιρετήσουμε μια προηγούμενη εκδοχή του εαυτού μας.
Αλλά υπάρχει μια σημαντική διαφορά. Το να αποχωριστούμε ένα ρούχο δεν σημαίνει ότι αποχωριζόμαστε την ανάμνησή του. Η ζωή που ζήσαμε δεν βρίσκεται στις κρεμάστρες.
Βρίσκεται μέσα μας.
Μετά τα 50 αλλάζει το σώμα. Δεν χρειάζεται να αλλάξει η αυτοπεποίθησή μας.
Για πολλές γυναίκες, η περίοδος μετά τα 50 συνοδεύεται από αλλαγές στο σώμα.
Οι αναλογίες μπορεί να διαφοροποιηθούν. Η μέση να μην είναι ακριβώς εκείνη που ήταν. Κάποια υφάσματα να μη μας φαίνονται πλέον άνετα. Ρούχα που φορούσαμε για χρόνια να μη μας εφαρμόζουν όπως παλιά.
Και τότε εμφανίζεται μια γνώριμη σκέψη:
«Θα το κρατήσω για όταν ξαναχάσω αυτά τα κιλά».
Έτσι, ένα μέρος της ντουλάπας μετατρέπεται σε χώρο αναμονής. Ρούχα που περιμένουν ένα διαφορετικό σώμα.
Μόνο που το σώμα μας δεν είναι υποχρεωμένο να επιστρέψει σε μια προηγούμενη εκδοχή του για να αξίζει όμορφα ρούχα.
Δεν χρειάζεται να χωρέσουμε ξανά στα παλιά μας ρούχα. Χρειάζεται τα ρούχα μας να χωρούν στη σημερινή μας ζωή.
Αυτό δεν σημαίνει ότι εγκαταλείπουμε τη φροντίδα του εαυτού μας ή ότι παύουμε να ενδιαφερόμαστε για την εμφάνισή μας.
Σημαίνει απλώς ότι δεν αναβάλλουμε την απόλαυση του να ντυνόμαστε όμορφα μέχρι να επιτύχουμε έναν μελλοντικό στόχο.
Τα ρούχα που αγοράσαμε για μια ζωή που δεν ζούμε
Υπάρχει και μια άλλη κατηγορία. Τα ρούχα που αγοράσαμε για περιστάσεις που τελικά δεν ήρθαν.
Το εντυπωσιακό φόρεμα για μια ιδιαίτερη έξοδο. Το αυστηρό κοστούμι για μια επαγγελματική θέση που δεν αναλάβαμε. Τα παπούτσια που μας άρεσαν τόσο πολύ στη βιτρίνα, αλλά δεν τα φορέσαμε ποτέ.
Μερικές φορές αγοράζουμε ρούχα όχι για τη ζωή που έχουμε, αλλά για τη ζωή που φανταζόμαστε.Και δεν υπάρχει τίποτε κακό σε αυτό.
Η μόδα έχει πάντοτε μια δόση φαντασίας.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν η ντουλάπα γεμίζει με αντικείμενα που εξυπηρετούν αποκλειστικά μια υποθετική εκδοχή της καθημερινότητάς μας.
Ίσως λοιπόν αξίζει να αναρωτηθούμε:
Αν έβλεπα σήμερα αυτό το ρούχο σε ένα κατάστημα, θα το αγόραζα ξανά;
Η απάντηση μπορεί να είναι αποκαλυπτική.
Η παγίδα του «ήταν ακριβό»
Ένα ακόμη εμπόδιο στο ξεκαθάρισμα είναι η τιμή.
Έχουμε κρατήσει όλες κάποια στιγμή ένα ρούχο επειδή κόστισε αρκετά χρήματα.
Μπορεί να μην το φορέσαμε σχεδόν ποτέ. Μπορεί να μη μας αρέσει πλέον. Μπορεί να μη μας ταιριάζει.
Αλλά η σκέψη ότι το πληρώσαμε ακριβά μάς εμποδίζει να το αποχωριστούμε.
Στην ψυχολογία των αποφάσεων υπάρχει η έννοια του sunk cost, του μη ανακτήσιμου κόστους: η τάση να συνεχίζουμε να επενδύουμε σε κάτι επειδή έχουμε ήδη ξοδέψει χρήματα, χρόνο ή προσπάθεια. Στην περίπτωση της ντουλάπας, το γεγονός ότι ένα φόρεμα κόστισε 300 ευρώ δεν σημαίνει ότι πρέπει να συνεχίσει να καταλαμβάνει χώρο για τα επόμενα δέκα χρόνια.
Τα χρήματα έχουν ήδη δαπανηθεί.
Το πραγματικό ερώτημα είναι αν το συγκεκριμένο ρούχο εξακολουθεί να μας προσφέρει κάτι. Αν όχι, μπορεί να αποκτήσει μια δεύτερη ζωή μέσα από τη μεταπώληση, τη δωρεά ή την ανταλλαγή.
Πέντε ερωτήσεις πριν αποφασίσουμε τι θα κρατήσουμε
Δεν χρειάζεται να αδειάσουμε ολόκληρη την ντουλάπα μέσα σε ένα απόγευμα.
Ούτε να πετάξουμε ό,τι δεν φορέσαμε τον τελευταίο χρόνο. Υπάρχουν ρούχα που αξίζει να διατηρήσουμε, ακόμη κι αν τα φοράμε σπάνια.
Αντί για αυστηρούς κανόνες, μπορούμε να δοκιμάσουμε πέντε απλές ερωτήσεις:
1. Θα το αγόραζα σήμερα;
Όχι πριν από δέκα χρόνια. Σήμερα, με το γούστο, το σώμα και τις ανάγκες που έχω τώρα.
2. Αισθάνομαι όμορφα όταν το φοράω;
Όχι απλώς αν μου κάνει. Αν με εκφράζει και αν νιώθω άνετα μέσα σε αυτό.
3. Ταιριάζει στην καθημερινότητά μου;
Ένα υπέροχο φόρεμα μπορεί να είναι εντελώς άχρηστο αν δεν έχουμε καμία περίσταση να το φορέσουμε. Εκτός, φυσικά, αν επιλέξουμε να δημιουργήσουμε μια τέτοια περίσταση.
4. Το κρατάω επειδή το αγαπώ ή επειδή αισθάνομαι ενοχές;
Η απάντηση σε αυτή την ερώτηση είναι συχνά πιο σημαντική από την αξία του ίδιου του ρούχου.
5. Αν το αποχωριστώ, τι πραγματικά θα χάσω;
Ένα αντικείμενο; Μια ανάμνηση; Ή την ψευδαίσθηση ότι μπορώ να επιστρέψω σε μια παλαιότερη περίοδο της ζωής μου; Δεν υπάρχει σωστή απάντηση για όλες. Υπάρχει μόνο η απάντηση που μας ταιριάζει.
Δεν χρειάζεται να γίνουμε μινιμαλίστριες
Τα τελευταία χρόνια, η ιδέα της οργανωμένης ντουλάπας συνδέθηκε συχνά με την έννοια της capsule wardrobe: μιας περιορισμένης συλλογής ρούχων που συνδυάζονται εύκολα μεταξύ τους.
Για ορισμένες γυναίκες αυτή η προσέγγιση λειτουργεί εξαιρετικά.
Για άλλες, όμως, η μόδα είναι χρώμα, ποικιλία, παιχνίδι και δημιουργικότητα.
Και δεν υπάρχει κανένας λόγος να περιορίσουμε την προσωπικότητά μας σε δέκα λευκά πουκάμισα και τρία μπεζ παντελόνια επειδή κάποιος αποφάσισε ότι αυτή είναι η ιδανική ντουλάπα.
Το ζητούμενο δεν είναι να έχουμε λίγα ρούχα. Είναι να έχουμε ρούχα που πραγματικά θέλουμε να φοράμε.
Μπορούμε να αγαπάμε τα έντονα χρώματα, τα ιδιαίτερα κοσμήματα, τα εντυπωσιακά φορέματα ή τα εκκεντρικά παπούτσια. Η ηλικία δεν μας υποχρεώνει να γίνουμε διακριτικές.
Ούτε να υιοθετήσουμε μια αισθητική που δεν μας αντιπροσωπεύει.
Το προσωπικό στιλ δεν έχει ημερομηνία λήξης
Υπάρχει μια φράση που ακούγεται συχνά:
«Αυτό δεν είναι για την ηλικία μου». Αλλά ποιος αποφασίζει τι είναι κατάλληλο για μια γυναίκα 55, 60 ή 70 ετών;
Γιατί ένα έντονο κόκκινο φόρεμα να έχει ηλικιακό όριο; Γιατί ένα δερμάτινο μπουφάν να θεωρείται προνόμιο της νεότητας; Γιατί μια γυναίκα να πρέπει να εγκαταλείψει τα αγαπημένα της τζιν ή τα μεγάλα σκουλαρίκια της επειδή πέρασε μια συγκεκριμένη δεκαετία;
Το στιλ δεν είναι μια λίστα απαγορεύσεων.
Είναι ένας τρόπος να εκφράζουμε τον εαυτό μας χωρίς να χρειάζεται να εξηγούμε ποιοι είμαστε. Και ίσως μετά τα 50 να έχουμε ένα σημαντικό πλεονέκτημα.
Γνωρίζουμε καλύτερα τι μας αρέσει. Έχουμε κάνει αρκετά λάθη στις αγορές μας. Έχουμε ακολουθήσει μόδες που δεν μας ταίριαζαν. Έχουμε αγοράσει παπούτσια που μας πονούσαν και φορέματα που δεν μας έκαναν να αισθανόμαστε ο εαυτός μας.
Ίσως λοιπόν να έχει έρθει η στιγμή να σταματήσουμε να ντυνόμαστε σύμφωνα με τις προσδοκίες των άλλων. Και να αρχίσουμε να ντυνόμαστε αποκλειστικά για εμάς.
Μερικά ρούχα αξίζει να μείνουν
Φυσικά, δεν χρειάζεται να αποχωριστούμε κάθε αντικείμενο που ανήκει στο παρελθόν. Το φόρεμα της μητέρας μας.
Ένα παλτό που φορέσαμε σε μια σημαντική στιγμή.
Ένα μεταξωτό φουλάρι που συνδέεται με έναν αγαπημένο άνθρωπο.
Κάποια ρούχα δεν χρειάζεται να είναι χρηστικά για να έχουν αξία.
Μπορούν να παραμείνουν ως προσωπικά ενθύμια.
Η διαφορά είναι ότι τα κρατάμε συνειδητά, επειδή τα αγαπάμε, και όχι επειδή φοβόμαστε να τα αποχωριστούμε.
Ίσως αξίζει να δημιουργήσουμε ένα μικρό κουτί αναμνήσεων για αυτά τα αντικείμενα. Έτσι, δεν χρειάζεται να διεκδικούν καθημερινά χώρο ανάμεσα στα ρούχα που πραγματικά φοράμε.
Η γυναίκα που είμαστε σήμερα
Το πιο ενδιαφέρον στο ξεκαθάρισμα της ντουλάπας δεν είναι τελικά πόσα ρούχα θα φύγουν. Είναι τι θα ανακαλύψουμε για τον εαυτό μας.
Ίσως διαπιστώσουμε ότι δεν αγαπάμε πια τα ίδια χρώματα.
Ότι προτιμάμε διαφορετικά υφάσματα. Ότι δεν έχουμε καμία διάθεση να φορέσουμε ξανά εκείνα τα παπούτσια που μας ταλαιπωρούσαν.
Ή ότι θέλουμε επιτέλους να αγοράσουμε το εντυπωσιακό φόρεμα που κάποτε θεωρούσαμε υπερβολικό. Μετά τα 50, η ζωή δεν γίνεται απαραίτητα πιο περιορισμένη. Μπορεί να γίνει περισσότερο προσωπική.
Να αρχίσουμε να επιλέγουμε με λιγότερη ανάγκη επιβεβαίωσης και περισσότερη εμπιστοσύνη στο γούστο μας. Και αυτό ίσως είναι το μεγαλύτερο κέρδος.
Γιατί μια ντουλάπα δεν χρειάζεται να περιλαμβάνει όλες τις γυναίκες που υπήρξαμε.
Αρκεί να αφήνει χώρο για εκείνη που είμαστε σήμερα.
Και, ακόμη περισσότερο, για εκείνη που δεν έχουμε γίνει ακόμη.


