Πριν λίγους μήνες σχολείο στα Χανιά έκλεισε λόγω κρουσμάτων Νορβηγικής Ψώρας.
Η «νορβηγική» ψώρα είναι βαρύτερη και πολύ μεταδοτική μορφή της νόσου, με αυξημένο φορτίο παρασίτων, που εμφανίζεται συνήθως σε ανοσοκατεσταλμένα ή ηλικιωμένα ή εξασθενημένα άτομα ή άτομα με αναπηρία, με εκτεταμένη παρουσία δερματικών βλαβών (εκτεταμένη παρουσία εφελκίδων-υπερκερατωσικών πλακών, πεπαχυσμένων «κρουστών», λεπιών), που μπορεί να μεταδοθεί ακόμη και με σύντομη άμεση δερματική επαφή με τον πάσχοντα ή με επιμολυσμένα αντικείμενα που χρησιμοποίησε ο πάσχων (όπως ρούχα, κλινοσκεπάσματα, έπιπλα).
Το ρεπορτάζ και οι πληροφορίες από το Βήμα ΕΔΩ.
Συναγερμός στην Βρετανία
Ήδη από τον περασμένο Οκτώβριο η Βρετανική Δερματολογική Εταιρεία (BAD) προειδοποιούσε ότι τα κρούσματα στα νοσοκομεία «είναι ασυνήθιστα αυξημένα». Στην πραγματικότητα, τα κρούσματα του 2024 ήταν τριπλάσια απ’ ό,τι ο μέσος όρος των πέντε τελευταίων ετών.
Η αύξηση αυτή καταγραφόταν εκτός εποχής. Η ψώρα συνήθως κορυφώνεται τον χειμώνα, γι’ αυτό και η BAD προειδοποιούσε το κοινό να έχει το νου του για τα ύποπτα συμπτώματα. Η σύσταση αυτή απευθυνόταν πρωτίστως σε όσους ζουν σε χώρους ομαδικής διαβίωσης (π.χ. πανεπιστήμια, μονάδες φροντίδας κ.λπ.).
Παγκοσμίως, οι θεραπείες για την ψώρα αποτυγχάνουν στο τουλάχιστον 15% των περιπτώσεων
Η BAD υπολόγιζε ότι ήδη τότε έπασχαν από ψώρα 3 άτομα στα 1.000 ή σχεδόν 200.000 άνθρωποι. Τα κρούσματα παρουσίαζαν διακύμανση, αναλόγως με την ηλικία. Ήταν περισσότερα στους νέους (ηλικίες 10 έως 19 ετών) και στους ηλικιωμένους, με 5 κρούσματα ανά 1.000 άτομα. Έκτοτε, ο αριθμός των περιστατικών φαίνεται πως έχει αυξηθεί ραγδαία.
Η ψώρα είναι παρασίτωση του δέρματος, αναφέρει ο Εθνικός Οργανισμός Δημοσίας Υγείας (ΕΟΔΥ). Προκαλείται από το άκαρι (εκτοπαράσιτο) της ψώρας (Sarcoptes scabiei var. hominis). Τα μικροσκοπικά ακάρεα διανοίγουν σήραγγες στην επιδερμίδα όπου ζουν και εναποθέτουν τα αυγά τους.
Τα ακάρεα μπορούν να μεταδοθούν εύκολα σε συνθήκες συνωστισμού, όπου υπάρχει στενή επαφή με άλλα άτομα. Όταν πρόκειται για «νορβηγική» ψώρα, η μετάδοση μπορεί να συμβεί και με μολυσμένα αντικείμενα, όπως κλινοσκεπάσματα και πετσέτες.
Η «νορβηγική» ψώρα είναι βαρύτερη και πολύ μεταδοτική μορφή της νόσου. Χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερα αυξημένο φορτίο παρασίτων και εκδηλώνεται συνήθως σε ανοσοκατεσταλμένα ή ηλικιωμένα ή εξασθενημένα άτομα ή σε άτομα με αναπηρία.
Έντονος και επίμονος κνησμός
Το χαρακτηριστικό σύμπτωμα που προκαλεί η ψώρα είναι ο έντονος και επίμονος κνησμός (φαγούρα), ιδίως τη νύχτα. Οι δερματικές βλάβες είναι συνήθως ερυθηματώδεις βλατίδες.
Από τη στιγμή της μόλυνσης έως την εμφάνιση του κνησμού μεσολαβούν 2-6 εβδομάδες. Αν, όμως, πρόκειται για επαναμόλυνση, ο κνησμός εμφανίζεται πολύ συντομότερα (εντός 1-4 ημερών).
Η περίοδος μεταδοτικότητας διαρκεί από τη στιγμή της μόλυνσης μέχρι την καταστροφή των ενηλίκων παρασίτων και αυγών. Αυτό συνήθως συμβαίνει 24 ώρες μετά την εφαρμογή της πρώτης θεραπείας, εφ’ όσον είναι αποτελεσματική.
Για δεκαετίες, η πρώτη γραμμή θεραπείας ήταν η χρήση κρέμας με περμεθρίνη – ένα φάρμακο που εφαρμόζεται σε όλο το σώμα. Πλέον οι ισχύουσες κατευθυντήριες οδηγίες είναι να συνδυάζεται με ένα άλλο φάρμακο, που λαμβάνεται από το στόμα, την ιβερμεκτίνη. Ολοένα περισσότερα επιστημονικά δεδομένα, όμως, υποδηλώνουν ότι οι θεραπείες για την ψώρα αποτυγχάνουν ολοένα συχνότερα. Αυτό δεν συμβαίνει μόνο στη Βρετανία, αλλά είναι παγκόσμιο φαινόμενο.
Αυξανόμενη αποτυχία των θεραπειών
Μεγάλη ανάλυση που δημοσιεύτηκε το 2024 στην ιατρική επιθεώρηση British Journal of Dermatology έδειξε ότι παγκοσμίως οι θεραπείες για την ψώρα αποτυγχάνουν στο τουλάχιστον 15% των περιπτώσεων.
Η ανάλυση είχε βασιστεί σε 147 προγενέστερες κλινικές μελέτες, που δημοσιεύθηκαν μεταξύ 1983 και 2021. Όπως έδειξε, η αποτυχία των θεραπειών είναι λίγο συχνότερη στα παιδιά (σχεδόν 19% των περιπτώσεων) απ’ ό,τι στους ενήλικες (14%). Ωστόσο το ποσοστό αποτυχίας μπορεί να φθάσει ακόμα και στο 30%, αναλόγως με την περιοχή του κόσμου και τη χώρα.
Η ανάλυση έδειξε ακόμα ότι τα ποσοστά αποτυχίας των θεραπειών είναι υψηλότερα στις πρόσφατες μελέτες. Φθάνουν στο 17,4%, έναντι του 12,8% που ήταν στις μελέτες πριν το 2011.
Άλλη ανάλυση, που δημοσιεύθηκε πέρυσι στην ιατρική επιθεώρηση Journal of Clinical Medicine κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ψώρα έχει αποκτήσει αντοχή ιδίως στην περμεθρίνη. Μάλιστα οι ερευνητές από το Βέλγιο χαρακτηρίζουν την ανθεκτικότητα αυτή ως «κλιμακούμενη απειλή».
Πηγή: iatropedia.gr