Η γήρανση, αν και καθολική ανθρώπινη εμπειρία, παραμένει ένα από τα πιο αποσιωπημένα πεδία της σεξουαλικότητας. Στο περιθώριο αυτού του κοινωνικού ταμπού συναντάται η γεροντοφιλία (gerontophilia), όρος που χρησιμοποιείται για να περιγράψει τη σεξουαλική έλξη προς ηλικιωμένα άτομα. Η έννοια αυτή συχνά προκαλεί αμηχανία ή σοκ, όμως η πραγματική πρόκληση δεν βρίσκεται στην ίδια την έλξη, αλλά στον τρόπο με τον οποίο αυτή εκφράζεται — και κυρίως όταν εκφράζεται χωρίς συναίνεση.
Η σεξουαλική έλξη, ακόμη και όταν αποκλίνει από κοινωνικούς κανόνες, δεν συνιστά από μόνη της παθολογία. Η ηθική και νομική τομή εμφανίζεται όταν η έλξη μετατρέπεται σε πράξη που παραβιάζει σωματικά και ψυχικά όρια. Στην περίπτωση των ηλικιωμένων, το πρόβλημα επιτείνεται από την αυξημένη ευαλωτότητα που συχνά συνοδεύει την τρίτη ηλικία: σωματική αδυναμία, προβλήματα υγείας, εξάρτηση από τρίτους, κοινωνική απομόνωση.
Η διεθνής βιβλιογραφία δείχνει ότι η σεξουαλική κακοποίηση ηλικιωμένων είναι ένα φαινόμενο υπο-αναγνωρισμένο και υπο-καταγεγραμμένο. Πολλές φορές ο δράστης δεν είναι «ξένος», αλλά πρόσωπο οικείο: γείτονας, φροντιστής, άτομο που προσφέρει βοήθεια. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η βοήθεια, η φροντίδα ή η “καλή πρόθεση” λειτουργούν ως κάλυμμα για την παραβίαση.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το ψυχολογικό προφίλ εκείνων που, ενώ έλκονται από ηλικιωμένα άτομα, προχωρούν σε σεξουαλική παρενόχληση ή κακοποίηση χωρίς συναίνεση. Δεν πρόκειται για μια ενιαία κατηγορία ανθρώπων. Ωστόσο, επαναλαμβανόμενα μοτίβα εμφανίζονται: δυσκολία στη δημιουργία ισότιμων σχέσεων με συνομήλικους, ανάγκη ελέγχου και κυριαρχίας, ελλιπής ενσυναίσθηση και συχνά εμμονική επιμονή παρά τα σαφή όρια.
Η μεγάλη διαφορά ηλικίας δημιουργεί μια ασύμμετρη σχέση δύναμης. Για ορισμένους, αυτή η ανισορροπία δεν είναι απλώς δευτερεύον στοιχείο, αλλά κεντρικό ερωτικό ερέθισμα. Η ευαλωτότητα του άλλου —ο πόνος, η μειωμένη κινητικότητα, η ανάγκη καθοδήγησης— μπορεί να ερωτικοποιείται, μετατρέποντας τη φροντίδα σε μέσο ελέγχου. Σε αυτό το σημείο, η σεξουαλικότητα παύει να είναι σχέση και γίνεται πράξη εξουσίας.
Είναι κρίσιμο να γίνει μια σαφής διάκριση: η γεροντοφιλία δεν ταυτίζεται με τη σεξουαλική κακοποίηση. Η κακοποίηση ορίζεται από την απουσία συναίνεσης και την εκμετάλλευση ευαλωτότητας, όχι από τη σεξουαλική προτίμηση. Η σύγχυση αυτών των εννοιών αφενός στιγματίζει, αφετέρου αποκρύπτει τη βία εκεί όπου πραγματικά υπάρχει.
Η σιωπή των ηλικιωμένων θυμάτων δεν πρέπει να ερμηνεύεται ως συγκατάθεση. Συχνά πηγάζει από ντροπή, φόβο, σύγχυση ή την αίσθηση ότι «κανείς δεν θα με πιστέψει». Σε μια κοινωνία που δυσκολεύεται να αναγνωρίσει την τρίτη ηλικία ως φορέα δικαιωμάτων και επιθυμιών, η σεξουαλική βία κατά ηλικιωμένων παραμένει στο σκοτάδι.
Η ανάδειξη του ζητήματος δεν αποσκοπεί στον εντυπωσιασμό, αλλά στην κατανόηση. Μόνο μέσα από τη γνώση, την ονομασία και τη δημόσια συζήτηση μπορεί να σπάσει η σιωπή και να μετατοπιστεί η ευθύνη εκεί που ανήκει: στον δράστη και στις δομές που επιτρέπουν την αορατότητα της βίας.
Ενδεικτική βιβλιογραφία
- American Psychiatric Association. (2013). DSM-5: Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders.
- Burgess, A. W., & Phillips, S. L. (2006). Sexual abuse of older adults. Journal of the American Geriatrics Society.
- McCarthy, M., & Thompson, D. (1997). Sexual abuse by caregivers. Journal of Elder Abuse & Neglect.
- Ramsey-Klawsnik, H. (2000). Elder sexual abuse within the family. Journal of Elder Abuse & Neglect.
- World Health Organization. (2017). Elder abuse: Key facts.


