Γράφει η Νανά Παλαιτσάκη
Κάποτε η ελληνική θάλασσα ήταν ίσως το πιο προβλέψιμο κομμάτι της καθημερινότητάς μας. Οι παραλίες, τα ψάρια, οι εποχές, ακόμη και οι ιστορίες των ψαράδων έμοιαζαν να ακολουθούν έναν γνώριμο ρυθμό που περνούσε σχεδόν αμετάβλητος από γενιά σε γενιά.
Σήμερα, όμως, αυτός ο κόσμος αλλάζει.
Ο λαγοκέφαλος έχει γίνει το πιο αναγνωρίσιμο σύμβολο αυτής της αλλαγής. Ένα ψάρι που πριν από μερικές δεκαετίες δεν υπήρχε στις ελληνικές θάλασσες, πλέον καταγράφεται από τον Σαρωνικό μέχρι τα Δωδεκάνησα, τις Κυκλάδες, το Βόρειο Αιγαίο και το Ιόνιο. Ψαράδες, δύτες και λουόμενοι αναφέρουν συχνά την παρουσία του, ενώ οι επιστημονικές καταγραφές δείχνουν ότι δεν πρόκειται για ένα παροδικό φαινόμενο αλλά για μια μόνιμη εγκατάσταση ενός νέου είδους στο θαλάσσιο οικοσύστημα της χώρας, που ξεκίνησε, σύμφωνα με τις μαρτυρίες από το 2003.
Ωστόσο, ίσως κάνουμε λάθος αν πιστεύουμε ότι το θέμα είναι μόνο ο λαγοκέφαλος.
Ο λαγοκέφαλος είναι το σύμπτωμα.
Η πραγματική ιστορία είναι η μεταμόρφωση της Μεσογείου.
Μια θάλασσα που θερμαίνεται
Η Μεσόγειος συγκαταλέγεται στις περιοχές του πλανήτη που θερμαίνονται ταχύτερα. Οι αυξημένες θερμοκρασίες του νερού δημιουργούν συνθήκες που ευνοούν είδη τα οποία παλαιότερα δεν μπορούσαν να επιβιώσουν ή να αναπαραχθούν στις ελληνικές θάλασσες.
Παράλληλα, η Διώρυγα του Σουέζ λειτουργεί εδώ και δεκαετίες ως ένας διάδρομος βιολογικής μετανάστευσης. Είδη από την Ερυθρά Θάλασσα και τον Ινδικό Ωκεανό περνούν στη Μεσόγειο και, καθώς το νερό γίνεται θερμότερο, βρίσκουν ολοένα πιο φιλόξενες συνθήκες.
Ο λαγοκέφαλος είναι ίσως το πιο γνωστό παράδειγμα. Δεν είναι όμως το μοναδικό.
Η ψευδαίσθηση της σταθερότητας
Για πολλές γενιές Ελλήνων, η θάλασσα αποτελούσε έναν χώρο σχεδόν απόλυτης ασφάλειας. Δεν υπήρχαν μεγάλοι θηρευτές κοντά στις ακτές, δεν υπήρχαν τροπικά είδη, δεν υπήρχε η αίσθηση ότι το οικοσύστημα μεταβάλλεται με ταχύτητα. Θυμάμαι ότι πολλά χρόνια τώρα υποστηρίζαμε με περηφάνεια, ότι οι Θάλασσές μας είναι μοναδικές γιατί μπορούσαμε ν’ απολαύσουμε το κολύμπι.
Αυτό που αλλάζει σήμερα δεν είναι μόνο η βιοποικιλότητα.
Αλλάζει και η σχέση μας με τη θάλασσα.
Όταν ένας λουόμενος ακούει για λαγοκέφαλους στη Βούλα, στη Βάρκιζα, στην Κρήτη, στη Ρόδο ή στις Κυκλάδες, δεν αναρωτιέται μόνο αν το ψάρι είναι επικίνδυνο. Αναρωτιέται αν η θάλασσα που γνώριζε εξακολουθεί να είναι η ίδια. Η απάντηση είναι ότι δεν είναι. Αυτή την πραγματικότητα οφείλουμε ν’ αναγνωρίσουμε
Ανάμεσα στον πανικό και την άρνηση
Η δημόσια συζήτηση συνήθως πέφτει σε μία από δύο παγίδες.
Η πρώτη είναι ο πανικός. Η εικόνα μιας θάλασσας που έχει γίνει επικίνδυνη και αφιλόξενη.
Η δεύτερη είναι η άρνηση. Η υποβάθμιση κάθε ανησυχίας ως υπερβολικής ή αβάσιμης.
Καμία από τις δύο προσεγγίσεις δεν βοηθά.
Η παρουσία των λαγοκέφαλων είναι μια υπενθύμιση ότι τα οικοσυστήματα αλλάζουν και ότι η ενημέρωση των πολιτών πρέπει να βασίζεται σε δεδομένα και όχι σε υποθέσεις.
Η ανάγκη για διαφάνεια
Όπως υπάρχουν συστήματα ενημέρωσης για τον καιρό, τις πυρκαγιές ή τις μέδουσες, έτσι θα έπρεπε να υπάρχουν εύχρηστα και δημόσια εργαλεία παρακολούθησης των χωροκατακτητικών ειδών.
Η γνώση μειώνει τον φόβο.
Η αβεβαιότητα τον αυξάνει.
Οι πολίτες δεν χρειάζονται ούτε ωραιοποιημένες εικόνες ούτε καταστροφικά σενάρια. Χρειάζονται αξιόπιστη πληροφόρηση για να κατανοούν το περιβάλλον στο οποίο ζουν και κινούνται.
Το πραγματικό ερώτημα
Το ερώτημα τελικά δεν είναι αν υπάρχουν λαγοκέφαλοι στις ελληνικές θάλασσες.
Υπάρχουν.
Το ερώτημα είναι αν είμαστε έτοιμοι να αποδεχτούμε ότι η Μεσόγειος του 21ου αιώνα δεν είναι η ίδια Μεσόγειος που γνωρίζαμε πριν από τριάντα ή σαράντα χρόνια.
Οι λαγοκέφαλοι δεν είναι η αιτία της αλλαγής.
Είναι απλώς το πιο ορατό σημάδι ότι η αλλαγή έχει ήδη συμβεί.


