Στη μεταπολεμική Γερμανία, άνθρωποι άρρωστοι και απελπισμένοι συνέρρεαν κατά χιλιάδες για να τον συναντήσουν. Δεν ήταν γιατρός. Μιλούσε για μια αόρατη «θεραπευτική δύναμη» και γύρω από το πρόσωπό του δημιουργήθηκε ένα πρωτοφανές κοινωνικό φαινόμενο. Η ιστορία του Bruno Gröning δεν αφορά μόνο έναν αμφιλεγόμενο θεραπευτή. Αφορά τη δύναμη της ελπίδας και το σημείο όπου η ελπίδα συναντά την επιστημονική απόδειξη.
Υπάρχουν εποχές κατά τις οποίες μια κοινωνία είναι περισσότερο ευάλωτη στην υπόσχεση ενός θαύματος. Η Γερμανία του 1949 ήταν μια τέτοια κοινωνία.
Ο πόλεμος είχε τελειώσει μόλις τέσσερα χρόνια νωρίτερα. Υπήρχαν τραυματίες, ανάπηροι πολέμου, πρόσφυγες, οικογένειες που είχαν χάσει τα πάντα. Και η ιατρική, παρά την πρόοδό της, δεν διέθετε ακόμη πολλές από τις θεραπευτικές δυνατότητες που θεωρούμε σήμερα αυτονόητες.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον εμφανίστηκε ένας άνδρας χωρίς ιατρική εκπαίδευση, ο οποίος μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα θα γινόταν ένα από τα διασημότερα πρόσωπα της μεταπολεμικής Γερμανίας.
Το όνομά του ήταν Bruno Gröning.
Γεννήθηκε το 1906 στο Danzig-Oliva, τη σημερινή περιοχή του Γκντανσκ. Δεν είχε ακαδημαϊκή ή ιατρική εκπαίδευση και στη διάρκεια της ζωής του εργάστηκε σε διάφορα επαγγέλματα. Η Deutsche Biographie τον καταγράφει ως «Wunderheiler» θαυματουργό θεραπευτή ,ενώ ιστορική μελέτη που δημοσιεύθηκε στο Sudhoffs Archiv περιγράφει την τεράστια δημόσια και ιατρική συζήτηση που προκάλεσε στη Γερμανία μεταξύ 1949 και 1959.
Όταν άρχισαν να φτάνουν οι άρρωστοι
Η μεγάλη δημοσιότητα ήρθε το 1949.
Ιστορίες ανθρώπων που ισχυρίζονταν ότι είχαν αισθανθεί καλύτερα ή είχαν θεραπευθεί μετά τη συνάντησή τους με τον Gröning άρχισαν να κυκλοφορούν με εκπληκτική ταχύτητα. Ο Τύπος ενδιαφέρθηκε. Το ραδιόφωνο ενδιαφέρθηκε.
Και στη συνέχεια άρχισαν να ενδιαφέρονται οι ίδιοι οι ασθενείς.
Σύμφωνα με ιστορικές καταγραφές και τα αρχεία των οργανώσεων που διατηρούν σήμερα τη μνήμη και τη διδασκαλία του, στο αποκορύφωμα του φαινομένου στο Traberhof, κοντά στο Rosenheim της Βαυαρίας, αναφέρονται συγκεντρώσεις που έφθαναν ακόμη και τις 30.000 ανθρώπους την ημέρα. Ο αριθμός προέρχεται από πηγές που συνδέονται με την κληρονομιά του Gröning και επομένως πρέπει να αντιμετωπίζεται με αυτή την επιφύλαξη· το βέβαιο είναι ότι οι συγκεντρώσεις ήταν μαζικές και το φαινόμενο είχε αποκτήσει εθνική δημοσιότητα.
Άνθρωποι περίμεναν για ώρες. Πολλοί ήταν σοβαρά ασθενείς. Κάποιοι έφθαναν με αναπηρικά αμαξίδια ή με συγγενείς που αναζητούσαν μια τελευταία ελπίδα.
Και όλοι περίμεναν να εμφανιστεί ένας άνθρωπος που δεν κρατούσε στηθοσκόπιο, δεν συνταγογραφούσε φάρμακα και δεν πραγματοποιούσε χειρουργικές επεμβάσεις.
Τι υποστήριζε ο Gröning
Στον πυρήνα της διδασκαλίας του βρισκόταν η ιδέα μιας ανώτερης δύναμης, την οποία περιέγραφε ως Heilstrom, έναν «θεραπευτικό χείμαρρο» ή «θεραπευτικό ρεύμα». Οι άνθρωποι, σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, μπορούσαν να «δεχθούν» αυτή τη δύναμη. Για τους ακολούθους του, αυτό εξηγούσε τις περιπτώσεις ανθρώπων που έλεγαν ότι αισθάνονταν ανακούφιση από συμπτώματα ή ακόμη και θεραπεία.
Εδώ όμως χρειάζεται μια ουσιώδης διάκριση.
Η μαρτυρία ενός ανθρώπου ότι αισθάνθηκε καλύτερα δεν αποτελεί από μόνη της επιστημονική απόδειξη ότι μια θεραπεία είναι αποτελεσματική.
Για να αποδειχθεί αιτιώδης θεραπευτική δράση απαιτούνται ελεγχόμενες μελέτες, προκαθορισμένα κριτήρια, αντικειμενικές μετρήσεις, σύγκριση με κατάλληλες ομάδες ελέγχου και δυνατότητα ανεξάρτητης αναπαραγωγής των αποτελεσμάτων.
Αυτό ακριβώς είναι το όριο ανάμεσα στη μαρτυρία και στην επιστημονική τεκμηρίωση.
Όταν η επιστήμη επιχείρησε να εξετάσει το «φαινόμενο»
Η δημοσιότητα γύρω από τον Gröning ήταν τόσο μεγάλη ώστε το ζήτημα δεν περιορίστηκε στις εφημερίδες.
Έγιναν προσπάθειες ιατρικής παρατήρησης ανθρώπων που βρίσκονταν κοντά του και οργανώθηκαν έρευνες γύρω από τις υποτιθέμενες θεραπευτικές του ικανότητες. Οι σημερινές οργανώσεις των ακολούθων του παρουσιάζουν αυτές τις εξετάσεις ως αποδείξεις ότι υπήρξαν θεραπείες. Αυτό, όμως, δεν ισοδυναμεί με το επίπεδο αποδεικτικών στοιχείων που απαιτεί η σύγχρονη ιατρική για να αναγνωρίσει την αποτελεσματικότητα μιας θεραπείας.
Και εδώ βρίσκεται ίσως η σημαντικότερη πλευρά της ιστορίας.
Δεν χρειάζεται να υποθέσουμε ότι όλοι όσοι δήλωναν πως αισθάνθηκαν καλύτερα ψεύδονταν.Ο ανθρώπινος οργανισμός είναι πολύ πιο περίπλοκος.
Συμπτώματα μπορούν να παρουσιάζουν φυσικές διακυμάνσεις. Ορισμένες παθήσεις εμφανίζουν περιόδους ύφεσης. Η προσδοκία μπορεί να επηρεάσει την αντίληψη του πόνου και άλλων συμπτωμάτων. Υπάρχει το placebo effect. Και όταν χιλιάδες άνθρωποι βιώνουν από κοινού μια εμπειρία τεράστιας συναισθηματικής έντασης, η προσωπική ερμηνεία όσων αισθάνονται μπορεί να γίνει εξαιρετικά ισχυρή. Άλλο όμως η εμπειρία. Και άλλο η θεραπεία μιας νόσου.
Οι αρχές αρχίζουν να παρεμβαίνουν
Το φαινόμενο Gröning έφερε γρήγορα και τις γερμανικές αρχές αντιμέτωπες με ένα δύσκολο ερώτημα:
Πότε ένας άνθρωπος που δηλώνει ότι προσφέρει πνευματική βοήθεια αρχίζει στην πραγματικότητα να ασκεί θεραπευτική δραστηριότητα;
Ο Gröning βρέθηκε επανειλημμένα αντιμέτωπος με τη γερμανική νομοθεσία περί άσκησης θεραπευτικού επαγγέλματος χωρίς την απαιτούμενη άδεια.
Στην πρώτη δικαστική διαμάχη, το 1951-1952, αθωώθηκε, όμως η δικαστική κρίση αντιμετώπισε τις δραστηριότητές του ως θεραπευτική πρακτική υπό το σχετικό νομικό πλαίσιο. Ακολούθησαν νέες δικαστικές περιπέτειες.
Η σοβαρότερη υπόθεση αφορούσε τη Ruth Kuhfuß, μια 17χρονη με βαριά φυματίωση.
Ο Gröning κατηγορήθηκε, μεταξύ άλλων, για ανθρωποκτονία από αμέλεια. Η υπόθεση είναι ιδιαίτερα περίπλοκη και οι μεταγενέστερες πηγές διαφωνούν έντονα ως προς την ευθύνη και τις συμβουλές που είχε δώσει ο ίδιος στην ασθενή. Σε πρώτο στάδιο αθωώθηκε για την κατηγορία της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ενώ σε μεταγενέστερη διαδικασία υπήρξε καταδίκη, κατά της οποίας ασκήθηκε ένδικο μέσο. Ο Gröning πέθανε πριν υπάρξει τελεσίδικη κατάληξη της τελευταίας διαδικασίας.
Η λεπτομέρεια αυτή έχει σημασία, επειδή γύρω από ιστορικά πρόσωπα που αποκτούν σχεδόν μυθικές διαστάσεις δημιουργούνται συχνά δύο εντελώς αντίθετες αφηγήσεις.
Για τους πιστούς, ο Gröning ήταν ένας διωκόμενος θεραπευτής.
Για τους επικριτές του, ένας επικίνδυνος εκπρόσωπος της «θαυματουργής» θεραπείας.
Η ιστορική έρευνα οφείλει να αποφεύγει και τις δύο ευκολίες.
Η μεγάλη ειρωνεία
Υπάρχει όμως μία ακόμη πτυχή της ιστορίας.
Ο Gröning αρρώστησε ο ίδιος.
Στα τέλη του 1958 διαγνώστηκε με προχωρημένο καρκίνο του στομάχου. Πήγε στο Παρίσι, εξετάστηκε από γιατρούς και τελικά υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση. Η κατάσταση ήταν ήδη εξαιρετικά προχωρημένη και πέθανε τον Ιανουάριο του 1959. Ακόμη και οι οργανώσεις που διατηρούν σήμερα τη διδασκαλία του καταγράφουν την ιατρική διάγνωση και την επέμβαση.
Το γεγονός αποκτά αναπόφευκτα συμβολικό βάρος: ο άνθρωπος στον οποίο χιλιάδες άνθρωποι απέδιδαν υπερφυσική θεραπευτική δύναμη, όταν αντιμετώπισε ο ίδιος μια σοβαρή ασθένεια, βρέθηκε τελικά μέσα σε ένα νοσοκομείο.
Γιατί όμως τον πίστεψαν τόσοι άνθρωποι;
Ίσως αυτή να είναι η σημαντικότερη ερώτηση.
Και ίσως η απάντηση να μην βρίσκεται στον Gröning.
Να βρίσκεται στους ανθρώπους που περίμεναν από κάτω.
Ο άρρωστος άνθρωπος δεν αναζητά πάντοτε μόνο μια θεραπεία.
Αναζητά κάποιον να του πει ότι υπάρχει ακόμη ελπίδα.
Ιδιαίτερα όταν η συμβατική ιατρική τού λέει «δεν γνωρίζουμε», «δεν μπορούμε» ή «δεν υπάρχει άλλη θεραπευτική επιλογή», το έδαφος για εκείνον που υπόσχεται κάτι περισσότερο γίνεται εξαιρετικά εύφορο.
Και αυτό δεν αποτελεί ιστορία μόνο του 1949. Είναι μια ιστορία που επαναλαμβάνεται. Οι λέξεις αλλάζουν. Κάποτε ονομάζεται «θεραπευτικό ρεύμα».
Σήμερα μπορεί να ονομάζεται «ενεργειακή θεραπεία», «κβαντική ίαση», «detox», «βιοσυντονισμός», «αναγέννηση» ή να περιβάλλεται από οποιαδήποτε άλλη επιστημονικοφανή ορολογία.
Ο μηχανισμός όμως μπορεί να παραμένει εντυπωσιακά παρόμοιος: μια σοβαρή ανάγκη, μια μεγάλη υπόσχεση και ένας άνθρωπος που θέλει απελπισμένα να πιστέψει.
Bruno Gröning – Grabstätte in Dillenburg. Φωτογραφία: Otto Domes / Wikimedia Commons, CC BY-SA 4.0
Το πραγματικό μάθημα της ιστορίας του Gröning
Ο Bruno Gröning πέθανε. Το όνομά του όμως δεν εξαφανίστηκε μαζί του. Οργανώσεις που βασίζονται στις ιδέες του εξακολουθούν να υπάρχουν και να παρουσιάζουν μαρτυρίες ανθρώπων που αποδίδουν βελτίωση της υγείας τους στη διδασκαλία του. Αυτό αποδεικνύει τη διάρκεια του κοινωνικού φαινομένου , όχι την ιατρική αποτελεσματικότητα των ισχυρισμών.
Και ίσως γι’ αυτό η ιστορία του αξίζει να διαβαστεί σήμερα.
Όχι για να γελάσουμε με τους ανθρώπους που περίμεναν ώρες έξω από το Traberhof. Ούτε για να θεωρήσουμε ότι εμείς, εβδομήντα επτά χρόνια αργότερα, είμαστε περισσότερο «έξυπνοι» και επομένως επιφυλακτικοί, από παρόμοιες υποσχέσεις. Το αντίθετο.
Η ιστορία του Gröning μάς θυμίζει πόσο ευάλωτος μπορεί να γίνει οποιοσδήποτε άνθρωπος όταν φοβάται για τη ζωή του. Και πόσο δύσκολο είναι εκείνη ακριβώς τη στιγμή να διακρίνει τη διαφορά ανάμεσα στην ελπίδα και στην απόδειξη.
Η ελπίδα έχει τεράστια αξία για τον ασθενή. Δεν είναι όμως θεραπευτική μέθοδος.
Και όταν κάποιος υπόσχεται ίαση, το ερώτημα που πρέπει να προηγείται όλων των άλλων παραμένει εξαιρετικά απλό:
«Πού είναι οι αποδείξεις;»


