Οι επιστήμονες που άνοιξαν τον δρόμο, οι κλινικές μελέτες που άλλαξαν την προσέγγιση της νόσου και η στιγμή που ο προληπτικός έλεγχος έγινε ευθύνη των συστημάτων υγείας.
Κάθε Οκτώβριο, η ροζ κορδέλα φέρνει στο προσκήνιο ένα μήνυμα που σήμερα μοιάζει αυτονόητο: ο καρκίνος του μαστού χρειάζεται να εντοπίζεται όσο το δυνατόν νωρίτερα. Πίσω, όμως, από αυτή τη φράση βρίσκεται μια ιστορία δεκαετιών. Μια διαδρομή από τις πρώτες ακτινογραφίες και την επιμονή των ερευνητών μέχρι τις κλινικές μελέτες και τα οργανωμένα προγράμματα που προσκαλούν γυναίκες για εξέταση πριν εμφανίσουν συμπτώματα.
Η μαστογραφία και ο προσυμπτωματικός έλεγχος δεν προέκυψαν από μία ανακάλυψη ούτε καθιερώθηκαν παντού την ίδια χρονιά. Χρειάστηκε να εξελιχθεί η τεχνολογία, να αξιολογηθεί το όφελος και να οργανωθούν υπηρεσίες ικανές να προσφέρουν συνέχεια μετά την εξέταση.
1913: μια παρατήρηση που άνοιξε τον δρόμο
Ένα από τα πρώιμα θεμέλια της μαστογραφίας τοποθετείται στο 1913. Ο Γερμανός χειρουργός Albert Salomon μελέτησε με ακτίνες Χ περίπου 3.000 χειρουργικά παρασκευάσματα μαστού. Συνέκρινε την ακτινολογική εικόνα με τα ανατομικά και μικροσκοπικά ευρήματα, αναζητώντας χαρακτηριστικά που θα βοηθούσαν στη διάκριση των κακοήθων αλλοιώσεων.
Η εργασία του δεν ήταν προληπτικός έλεγχος σε γυναίκες χωρίς συμπτώματα. Αφορούσε ιστούς που είχαν ήδη αφαιρεθεί. Έδειξε, ωστόσο, ότι η ακτινογραφία μπορούσε να αποκαλύψει πληροφορίες για τη νόσο οι οποίες δεν ήταν διαθέσιμες μόνο με την ψηλάφηση.
Ο Salomon υπήρξε ένας από τους πρωτοπόρους της απεικόνισης του μαστού. Η έρευνα για τον ίδιο τον καρκίνο είχε πολύ παλαιότερες ρίζες· η δική του συμβολή αφορούσε έναν νέο τρόπο να τον μελετάμε.
Από την εικόνα στην εξέταση
Για να γίνει αυτή η δυνατότητα χρήσιμη στην καθημερινή ιατρική, έπρεπε να βελτιωθεί η ποιότητα των εικόνων και να διαμορφωθούν τεχνικές που θα μπορούσαν να εφαρμοστούν με συνέπεια.
Στη διαδρομή αυτή ξεχωρίζει ο Αμερικανός ακτινολόγος Robert Egan. Το 1960 δημοσίευσε την εμπειρία του από 1.000 μαστογραφίες .Το έργο του συνέβαλε στη διάδοση μιας πιο συστηματικής τεχνικής και στην αναγνώριση των δυνατοτήτων της μαστογραφίας.
Η εξέλιξη ήταν συλλογική, με γιατρούς και ερευνητές σε διαφορετικές χώρες να εργάζονται πάνω στην απεικόνιση και στην ερμηνεία των ευρημάτων. Όσο καλύτερη γινόταν η εξέταση, τόσο πιο επίμονο γινόταν ένα νέο ερώτημα: θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί σε γυναίκες που δεν αισθάνονταν άρρωστες;
1963: το ερώτημα μπαίνει σε κλινική μελέτη
Τον Δεκέμβριο του 1963 ξεκίνησε στη Νέα Υόρκη η πρώτη τυχαιοποιημένη μελέτη προσυμπτωματικού ελέγχου για τον καρκίνο του μαστού, γνωστή ως μελέτη HIP, από το Health Insurance Plan of Greater New York.
Κεντρικά πρόσωπα ήταν ο Sam Shapiro, ο ακτινολόγος Philip Strax και ο χειρουργός Louis Venet. Περίπου 62.000 γυναίκες ηλικίας 40 έως 64 ετών κατανεμήθηκαν αρχικά σε δύο ομάδες. Η μία προσκλήθηκε να κάνει περιοδικές εξετάσεις με μαστογραφία και κλινικό έλεγχο. Η άλλη ακολούθησε τη συνήθη φροντίδα.

Το ζητούμενο ήταν να εξεταστεί αν ο έλεγχος μπορούσε να μειώσει τους θανάτους από καρκίνο του μαστού. Η ανακάλυψη περισσότερων όγκων, από μόνη της, δεν αρκούσε για να απαντήσει σε αυτό το ερώτημα.
Η μακροχρόνια παρακολούθηση έδειξε χαμηλότερη θνησιμότητα από τη νόσο στην ομάδα που είχε προσκληθεί για έλεγχο. Η μελέτη είχε περιορισμούς, οι οποίοι συζητήθηκαν στις μεταγενέστερες αξιολογήσεις, αλλά αποτέλεσε ιστορικό σημείο αναφοράς. Ακολούθησαν άλλες τυχαιοποιημένες μελέτες, μεταξύ άλλων στη Σουηδία, στον Καναδά και στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Όταν ο έλεγχος έγινε δημόσια πολιτική
Η εφαρμογή οργανωμένων προγραμμάτων χρειάστηκε περισσότερο χρόνο. Στην Ευρώπη, τα τέλη της δεκαετίας του 1980 αποτέλεσαν σημαντική περίοδο ανάπτυξης του πληθυσμιακού ελέγχου, με διαφορετική αφετηρία και ρυθμό επέκτασης σε κάθε χώρα.
Στο Ηνωμένο Βασίλειο, η έκθεση της επιτροπής υπό τον Sir Patrick Forrest, το 1986, αποτέλεσε τη βάση για την καθιέρωση του προγράμματος του NHS το 1988. Αρχικά, το πρόγραμμα προέβλεπε πρόσκληση γυναικών ηλικίας 50 έως 64 ετών για μαστογραφία ανά τριετία.
Αυτές οι ηλικίες και τα διαστήματα ανήκουν στον ιστορικό σχεδιασμό εκείνης της περιόδου. Οι συστάσεις εξελίσσονται και διαφέρουν ανά χώρα και ανάλογα με τον ατομικό κίνδυνο.
Η μεγάλη αλλαγή ήταν οργανωτική και κοινωνική: ένα σύστημα υγείας αναλάμβανε να εντοπίζει τις γυναίκες που δικαιούνταν έλεγχο, να τις προσκαλεί και να οργανώνει την αξιολόγηση των ευρημάτων. Η εξέταση εντασσόταν σε μια διαδρομή φροντίδας. Ήδη στις βρετανικές κοινοβουλευτικές συζητήσεις του 1988, η στελέχωση, η πρόσβαση στις αγροτικές περιοχές και η συνέχεια της θεραπείας αποτελούσαν βασικά ζητήματα.
Παράλληλα, άλλαζε και η θεραπεία
Η ιστορία της έγκαιρης διάγνωσης συναντά μια ακόμη σημαντική εξέλιξη: την αμφισβήτηση της αντίληψης ότι η πιο εκτεταμένη χειρουργική επέμβαση ήταν υποχρεωτικά και η πιο αποτελεσματική.
Ο Αμερικανός χειρουργός Bernard Fisher συνέβαλε καθοριστικά σε αυτή την αλλαγή μέσα από εργαστηριακή έρευνα και κλινικές μελέτες. Τα αποτελέσματα μελετών έδειξαν ότι, για κατάλληλα επιλεγμένες γυναίκες με πρώιμο καρκίνο του μαστού, η επέμβαση διατήρησης του μαστού με ακτινοθεραπεία μπορούσε να προσφέρει επιβίωση αντίστοιχη με τη μαστεκτομή.

Η πρόοδος αποκτούσε έτσι ένα βαθιά ανθρώπινο περιεχόμενο: αποτελεσματική αντιμετώπιση με μεγαλύτερη προσοχή στις συνέπειες της θεραπείας για το σώμα και τη ζωή της γυναίκας.
Η γενετική προσθέτει ένα νέο κεφάλαιο
Το 1990, η Mary-Claire King και οι συνεργάτες της συνέδεσαν την προδιάθεση για ορισμένες κληρονομικές μορφές καρκίνου του μαστού με μια περιοχή του χρωμοσώματος 17. Το εύρημα άνοιξε τον δρόμο για την ταυτοποίηση του BRCA1 το 1994.

Η ανακάλυψη έδωσε νέες δυνατότητες εκτίμησης του κληρονομικού κινδύνου, γενετικής συμβουλευτικής και εξατομικευμένης παρακολούθησης. Μια επιβαρυντική γενετική παραλλαγή αυξάνει τον κίνδυνο, δεν σημαίνει ότι η νόσος θα εμφανιστεί οπωσδήποτε.
Η ελληνική διαδρομή
Στην Ελλάδα, η μαστογραφία και οι προσπάθειες έγκαιρης διάγνωσης προϋπήρχαν για δεκαετίες του σημερινού εθνικού προγράμματος. Η IARC καταγράφει, για παράδειγμα, πιλοτικές πρωτοβουλίες ελέγχου ήδη από το 1989.

Τον Ιούνιο του 2022 παρουσιάστηκε το πρόγραμμα προσυμπτωματικού ελέγχου «Φώφη Γεννηματά», με δωρεάν εξετάσεις και οργανωμένη πρόσκληση των δικαιούχων. Η ημερομηνία αυτή αφορά το συγκεκριμένο πρόγραμμα. Δεν αποτελεί την αρχή της μαστογραφίας ή κάθε προηγούμενης πρωτοβουλίας ελέγχου στη χώρα.
Τι σημαίνει σήμερα «πρόληψη»
Στην καθημερινή γλώσσα, η μαστογραφία περιλαμβάνεται στην πρόληψη. Ακριβέστερα, αποτελεί εργαλείο προσυμπτωματικού ελέγχου: αναζητά τη νόσο πριν εμφανιστούν συμπτώματα και δεν αποτρέπει από μόνη της την εμφάνισή της.
Ο έλεγχος έχει οφέλη αλλά και περιορισμούς, όπως τα ψευδώς θετικά αποτελέσματα και η υπερδιάγνωση ,η ανίχνευση καρκίνων που δεν θα προκαλούσαν προβλήματα στη διάρκεια της ζωής. Η ενημερωμένη συμμετοχή προϋποθέτει να εξηγούνται και οι δύο πλευρές.
Περισσότερο από έναν αιώνα μετά την εργασία του Salomon, η ιστορία αυτή παραμένει ανοιχτή. Το αίτημα της έγκαιρης διάγνωσης ολοκληρώνεται όταν η γυναίκα μπορεί να φτάσει στην εξέταση, να λάβει κατανοητό αποτέλεσμα και, εφόσον χρειάζεται, να έχει έγκαιρη πρόσβαση στη θεραπεία.
Εκεί δοκιμάζεται τελικά η πρόοδος: στη δυνατότητα κάθε γυναίκας να ωφεληθεί από όσα κατέκτησε η έρευνα.


