Εκείνος που θα καλύψει την απουσία, θα αναλάβει το επείγον και θα μείνει λίγο παραπάνω. Πότε η συνεργασία μετατρέπεται σε αυτονόητη διαθεσιμότητα και ποιος έχει την ευθύνη να βάλει όρια;
Της Δανάης Πατρικίου
«Μπορείς να το αναλάβεις εσύ γιατί ξέρω ότι θα το κάνεις σωστά». «Μπορείς να μου παραλάβεις το φαγητό γιατί έχω κάτι επείγον;» « Πρέπει να ετοιμάσω μια παρουσίαση, θα κάνεις την έρευνα γιατί δεν προλαβαίνω μόνος μου;» « Πηγαίνεις σε παρακαλώ να μου πάρεις ένα πακέτο τσιγάρα ;»
Οι διατυπώσεις των φράσεων ακούγονται σαν αναγνώριση των ικανοτήτων του άλλου. Και συχνά είναι. Κάποιος εμπιστεύεται την κρίση του συναδέλφου, εκτιμά τη συνέπειά του και αισθάνεται ασφαλής όταν μια δουλειά πριν παραδοθεί, την τσεκάρει ο άλλος.
Και ο άλλος λέει «ναι». Θα μετακινήσει κάτι στο πρόγραμμά του. Θα ολοκληρώσεις τη δική του εκκρεμότητα λίγο αργότερα. Θα βοηθήσει όμως σίγουρα τον συνάδελφο που πιέζεται.
Στην συνέχεια έρχεται ακόμη ένα αίτημα. Και μετά ένα τρίτο. Μέχρι που, χωρίς να έχει προηγηθεί καμία επίσημη συζήτηση, έχει γίνει ο άνθρωπος στον οποίο καταλήγει οτιδήποτε δεν προλαβαίνουν να κάνουν οι υπόλοιποι.
Η πιο κρίσιμη φάση προκύπτει όταν για πρώτη φορά, απαντήσει ότι δεν μπορεί.
«Μα εσύ πάντα μας εξυπηρετείς».
Εκεί φαίνεται πόσο εύκολα μια προσφορά μπορεί να μετατραπεί σε μόνιμη προσδοκία.
Πώς η εξαίρεση γίνεται καθημερινότητα
Η αλληλοβοήθεια είναι πολύτιμη σε μια ομάδα. Όλοι μπορεί να χρειαστούμε κάλυψη, καθοδήγηση ή έναν άνθρωπο που θα μας στηρίξει σε μια δύσκολη ημέρα.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν η βοήθεια ακολουθεί σταθερά την ίδια κατεύθυνση. Όταν κάποιοι αναλαμβάνουν συστηματικά τις επιπλέον υποχρεώσεις, ενώ οι υποχρεώσεις τους παραμένουν αμετάβλητοι.
Ας φανταστούμε μια εργαζόμενη που αναλαμβάνει να ολοκληρώσει μια παρουσίαση επειδή ο συνάδελφός της απουσιάζει. Την επόμενη εβδομάδα τής ζητούν να ελέγξει ένα κείμενο, επειδή «έχει καλό μάτι». Λίγο αργότερα, να βοηθήσει έναν νέο συνεργάτη, επειδή «τα εξηγεί ωραία».
Κάθε αίτημα, μόνο του, μοιάζει λογικό. Μαζί, όμως, συγκροτούν ένα δεύτερο πρόγραμμα εργασίας, το οποίο κανείς δεν έχει υπολογίσει.
Η ίδια εξακολουθεί να αξιολογείται για τις αρχικές της υποχρεώσεις. Οι ώρες που αφιέρωσε για να διευκολύνει τους άλλους δεν εμφανίζονται απαραίτητα πουθενά.
Η πίεση να είσαι ο «καλός συνεργάτης»
Η έρευνα για την οργάνωση εταιρειών, έχει εξετάσει αυτή την πίεση με τον όρο citizenship pressure: την αίσθηση ότι ο εργαζόμενος οφείλει να προσφέρει πέρα από τις τυπικές απαιτήσεις του ρόλου του, ώστε να θεωρείται καλό μέλος της ομάδας.
Σε μελέτη που δημοσιεύθηκε το 2010 στο Journal of Organizational Behavior, ο Mark Bolino και οι συνεργάτες του έθεσαν στο επίκεντρο ακριβώς αυτή τη διάσταση: συμπεριφορές που φαίνονται εθελοντικές μπορεί να συνοδεύονται από άτυπες πιέσεις και προσδοκίες. Η προθυμία, επομένως, δεν εκφράζει πάντοτε μια απολύτως ελεύθερη επιλογή.
Στην καθημερινότητα, αυτή η πίεση μπορεί να κρύβεται σε φράσεις όπως «όλοι πρέπει να βάλουμε πλάτη» ή «μόνο σε εσένα μπορώ να βασιστώ».
Η σημασία τους εξαρτάται από όσα ακολουθούν. Μοιράζεται πράγματι η προσπάθεια; Αναθεωρούνται οι προθεσμίες; Αναγνωρίζεται ο επιπλέον χρόνος; Ή το επείγον μεταφέρεται διαρκώς στον ίδιο άνθρωπο;
Γιατί το «όχι» δυσκολεύει τόσο
Δεν λένε όλοι «ναι» για τον ίδιο λόγο.
Κάποιος απολαμβάνει να βοηθά. Κάποιος άλλος θέλει να αποδείξει την αξία του σε μια καινούργια θέση. Ένας τρίτος ανησυχεί ότι η άρνηση θα επηρεάσει τη σχέση του με τον προϊστάμενο ή τις ευκαιρίες εξέλιξής του.
Υπάρχει και η δύναμη της συνήθειας. Αν έχεις χτίσει την επαγγελματική σου εικόνα γύρω από το «θα βρω τη λύση», το να παραδεχθείς ότι δεν χωρά άλλη υποχρέωση μπορεί να σου φαίνεται σαν προσωπική αποτυχία.
Γι’ αυτό η συμβουλή «μάθε απλώς να λες όχι» συχνά δεν αρκεί. Παραβλέπει την ιεραρχία, την ανασφάλεια και τις πραγματικές συνέπειες που φοβάται ένας εργαζόμενος.
Το ουσιαστικό ερώτημα είναι αν το περιβάλλον επιτρέπει να συζητηθούν τα όρια χωρίς να αμφισβητηθούν αμέσως η διάθεση συνεργασίας και ο επαγγελματισμός του ανθρώπου που τα θέτει.
Οι δουλειές που χρειάζονται όλοι, αλλά δεν ανταμείβονται εξίσου
Σε κάθε οργανισμό υπάρχουν εργασίες που στηρίζουν την καθημερινή λειτουργία: πρακτικά συναντήσεων, συντονισμός εκκρεμοτήτων, συγκέντρωση υλικού, οργανωτικές λεπτομέρειες.
Η χρησιμότητά τους δεν σημαίνει ότι έχουν την ίδια βαρύτητα στην αξιολόγηση ή στην επαγγελματική εξέλιξη με άλλες αρμοδιότητες.
Μελέτη των Linda Babcock, Maria Recalde, Lise Vesterlund και Laurie Weingart, που δημοσιεύθηκε το 2017 στο American Economic Review, εξέτασε την ανάθεση εργασιών με περιορισμένη συμβολή στην προαγωγή. Στα πλαίσια που μελετήθηκαν, οι γυναίκες προσφέρονταν συχνότερα, δέχονταν συχνότερα σχετικά αιτήματα και τα αποδέχονταν συχνότερα από τους άνδρες. Το εύρημα αναδεικνύει μια πιθανή ανισότητα στην κατανομή της δουλειάς· δεν περιγράφει κάθε γυναίκα, κάθε άνδρα ή κάθε εργασιακό χώρο.
Για μια διοίκηση, αυτό δημιουργεί ένα πρακτικό ερώτημα: όταν ζητάμε κάθε φορά «έναν εθελοντή», κατανέμουμε πράγματι δίκαια τις υποχρεώσεις ή απλώς βασιζόμαστε σε εκείνον που δυσκολεύεται περισσότερο να αρνηθεί;
Η ευθύνη εκείνου που αναθέτει
Ο προϊστάμενος χρειάζεται να γνωρίζει τι έχει ήδη αναλάβει ο άνθρωπος στον οποίο προσθέτει μια νέα δουλειά.
Το «είναι μόνο δέκα λεπτά» δεν μπορεί να αποτελεί μόνιμη εκτίμηση εκ μέρους εκείνου που δεν θα την εκτελέσει. Ένα σύντομο αίτημα ενδέχεται να απαιτεί προετοιμασία, αναζήτηση πληροφοριών, επικοινωνία και επανέλεγχο.
Πριν από μια επιπλέον ανάθεση, αξίζει να διευκρινίζονται τρία πράγματα: τι προηγείται, τι μπορεί να μετακινηθεί και ποιος άλλος μπορεί να βοηθήσει.
Αν μια ανάγκη επαναλαμβάνεται, χρειάζεται να ενταχθεί στον προγραμματισμό. Η συστηματική κάλυψη ενός κενού από έναν πρόθυμο εργαζόμενο δεν λύνει από μόνη της το ζήτημα της οργάνωσης.
Το «σε ευχαριστώ» έχει αξία. Χρειάζεται, όμως, να συνοδεύεται από ρεαλιστικό φόρτο και δίκαιη αναγνώριση της προσφοράς.
Όρια που κάνουν τη δουλειά πιο σαφή
Για τον εργαζόμενο, ένα πρώτο βήμα μπορεί να είναι η παύση πριν από την αυτόματη αποδοχή:
«Να ελέγξω τις εκκρεμότητές μου και να σου πω πότε μπορώ να το παραδώσω».
Έτσι, η απάντηση βασίζεται στον πραγματικό διαθέσιμο χρόνο.
Όταν οι υποχρεώσεις συγκρούονται, βοηθά να τεθεί καθαρά το δίλημμα:
«Μπορώ να αναλάβω και αυτό, αλλά θα χρειαστεί να μετακινηθεί η παράδοση του άλλου έργου. Ποιο έχει προτεραιότητα;»
Όταν υπάρχει περιθώριο περιορισμένης βοήθειας:
«Μπορώ να ελέγξω το τελικό κείμενο, αλλά δεν προλαβαίνω να αναλάβω ολόκληρη την προετοιμασία».
Και όταν η εξαίρεση έχει αρχίσει να επαναλαμβάνεται:
«Το έχω καλύψει τις τελευταίες φορές. Χρειάζεται να συμφωνήσουμε πώς θα μοιράζεται από εδώ και πέρα».
Καμία διατύπωση δεν εξασφαλίζει από μόνη της μια δίκαιη απάντηση. Μπορεί, όμως, να κάνει ορατή τη δουλειά που μέχρι τότε έμενε κρυμμένη πίσω από ένα εύκολο «εντάξει».
Η προθυμία αξίζει να προστατεύεται. Είναι ένα από τα στοιχεία που κάνουν τη συνεργασία ανθρώπινη και ουσιαστική.
Για να παραμένει, όμως, προσφορά, πρέπει να υπάρχει πραγματικός χώρος και για τη φράση: «Αυτή τη φορά δεν μπορώ».

