Πριν από τις γκουρμέ δημιουργίες, τα fusion πιάτα και τις ατελείωτες λίστες κρασιών, η αθηναϊκή έξοδος κάποτε είχε άλλη γοητεία. Ένα τραπέζι στρωμένο με λαδόκολλα, ένα κιλό ρετσίνα, λίγοι εκλεκτοί μεζέδες και η παρέα ήταν τα συστατικά ,για να στηθεί ένα αξέχαστο βράδυ. Στις δεκαετίες του 1970 και του 1980, οι ταβέρνες της Αθήνας δεν ήταν απλώς χώροι εστίασης. Ήταν κοινωνικά κέντρα, στέκια καλλιτεχνών, πολιτικών, εργατών και οικογενειών.
Από τα στενά της Πλατείας Θεάτρου μέχρι τη Βαρβάκειο και το Παγκράτι, ορισμένες ταβέρνες κατάφεραν να γράψουν τη δική τους ιστορία και να παραμείνουν ζωντανές στη μνήμη των Αθηναίων.
Δίπορτο: Η αυθεντική Αθήνα κάτω από τη γη
Λίγα μέτρα από την οδό Σοφοκλέους, κρυμμένο σε ένα υπόγειο που θυμίζει άλλη εποχή, το Δίπορτο αποτελούσε ήδη από τη δεκαετία του ’70 σημείο αναφοράς για όσους αναζητούσαν αυθεντικό σπιτικό φαγητό.
Οι πελάτες κατέβαιναν τα πέτρινα σκαλιά για να βρουν ένα χώρο χωρίς περιττές πολυτέλειες. Φασολάδα, ρεβίθια, λαδερά, κοκκινιστό και χύμα κρασί ήταν τα μεγάλα «αστέρια» του μενού.
Οι παλαιότεροι θυμούνται ότι με λίγες δεκάδες δραχμές μπορούσε κανείς να απολαύσει ένα πλήρες γεύμα, ενώ το κρασί σερβιριζόταν κατευθείαν από το βαρέλι.
Κληματαριά: Εκεί που τραγουδούσε η παλιά Αθήνα
Η ιστορική Κληματαριά στην Πλατεία Θεάτρου υπήρξε ένα από τα σημαντικότερα μουσικά και γαστρονομικά στέκια της πρωτεύουσας.
Στα τραπέζια της βρέθηκαν κατά καιρούς μεγάλα ονόματα του λαϊκού τραγουδιού, ενώ οι νύχτες συχνά κατέληγαν σε αυθόρμητα γλέντια με μπουζούκι και κιθάρα.

Το μενού ακολουθούσε τη φιλοσοφία της εποχής: παϊδάκια, κοκορέτσι, τυροκαυτερή, ντοματοσαλάτα και άφθονο κρασί. Η ταβέρνα αποτελούσε αγαπημένο προορισμό τόσο των Αθηναίων όσο και των ξένων επισκεπτών που ήθελαν να γνωρίσουν τη λαϊκή ψυχή της πόλης.
Καραβίτης: Το στέκι του Παγκρατίου
Ο Καραβίτης είχε ήδη καθιερωθεί ως ένας από τους πιο γνωστούς γαστρονομικούς προορισμούς της Αθήνας.
Καλλιτέχνες, δημοσιογράφοι, πολιτικοί αλλά και απλοί εργαζόμενοι συνυπήρχαν στα τραπέζια του. Η φήμη του βασιζόταν στα μαγειρευτά του, τα βραστά κρέατα και τις παραδοσιακές συνταγές που διατηρούνταν αναλλοίωτες.

Την εποχή που το Παγκράτι μετατρεπόταν σε μία από τις πιο ζωντανές συνοικίες της πρωτεύουσας, ο Καραβίτης λειτουργούσε ως σημείο συνάντησης διαφορετικών κόσμων.
Η Ήπειρος: Ο βασιλιάς του πατσά στη Βαρβάκειο
Η Βαρβάκειος Αγορά δεν κοιμόταν ποτέ και η Ήπειρος ήταν ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στέκια της.
Από νωρίς το πρωί μέχρι αργά τη νύχτα, εργαζόμενοι της αγοράς, ταξιτζήδες, ξενύχτηδες και νυχτερινοί τύποι περνούσαν από τα τραπέζια της για ένα πιάτο πατσά ή βραστό.

Η απλότητα ήταν το μεγάλο της πλεονέκτημα. Δεν υπήρχαν πολυτελείς κατάλογοι ούτε εξεζητημένα πιάτα. Υπήρχε όμως συνέπεια, ποιότητα και γεύση που έμενε αξέχαστη.
Ψαρράς: Η αρχόντισσα της Πλάκας
Στην καρδιά της παλιάς Αθήνας, ο Ψαρράς αποτελούσε ένα διαφορετικό είδος ταβέρνας. Πιο αστική, πιο οργανωμένη, αλλά πάντα βαθιά ελληνική.
Κατά τις δεκαετίες του ’70 και του ’80 προσέλκυε τόσο Αθηναίους όσο και ξένους επισκέπτες που ήθελαν να γνωρίσουν την ελληνική κουζίνα μέσα στο ιστορικό περιβάλλον της Πλάκας.
Μουσακάς, αρνάκι φούρνου, ντολμαδάκια και ελληνικά κρασιά συνέθεταν μια εμπειρία που συνέδεε την παράδοση με τον τουρισμό της εποχής.
Όταν οι δραχμές είχαν άλλη αξία
Στα τέλη της δεκαετίας του 1970, ένας εργαζόμενος μπορούσε να δειπνήσει σε μια καλή ταβέρνα με περίπου 100 έως 200 δραχμές, ενώ στις αρχές της δεκαετίας του 1980 το αντίστοιχο κόστος κυμαινόταν συνήθως μεταξύ 300 και 600 δραχμών για ένα πλήρες γεύμα με κρασί για δύο άτομα.
Δραχμές και σημερινά ευρώ: Μια ρεαλιστική αντιστοίχιση
Η απλή μετατροπή δεν αρκεί, γιατί η αγοραστική δύναμη έχει αλλάξει δραματικά.
Η επίσημη ισοτιμία κατά την είσοδο στο ευρώ ήταν:
1 ευρώ = 340,75 δραχμές
Όμως για να καταλάβουμε τι σήμαιναν οι τιμές στην καθημερινότητα, είναι προτιμότερο να συγκρίνουμε με μισθούς και κόστος ζωής.
Παράδειγμα
| Έτος 1980 | Τιμή σε δραχμές | Ονομαστική μετατροπή σε ευρώ |
|---|---|---|
| Χωριάτικη | 50 δρχ. | 0,15 € |
| Παϊδάκια | 250 δρχ. | 0,73 € |
| Κρασί 1 κιλό | 60 δρχ. | 0,18 € |
| Πλήρες γεύμα 2 ατόμων | 500 δρχ. | 1,47 € |
Φυσικά κανείς δεν μπορεί να φάει σήμερα με 1,47 ευρώ. Αν υπολογίσουμε τη σχετική αγοραστική δύναμη, ένα γεύμα 500 δραχμών το 1980 αντιστοιχεί περίπου σε 15-25 ευρώ σημερινής αξίας, ανάλογα με το είδος του καταστήματος και την περιοχή.
Δεν ήταν μόνο οι τιμές που έκαναν τη διαφορά. Ήταν η αίσθηση της γειτονιάς, η προσωπική σχέση με τον ταβερνιάρη, το χύμα κρασί, τα τραγούδια που ξεκινούσαν αυθόρμητα και η αίσθηση ότι κάθε τραπέζι ήταν μια μικρή γιορτή.
Σήμερα πολλές από αυτές τις ιστορικές ταβέρνες συνεχίζουν να λειτουργούν, αποτελώντας ζωντανά μνημεία της αθηναϊκής γαστρονομίας. Και μπορεί οι δραχμές να έχουν περάσει στην ιστορία, όμως η νοσταλγία για εκείνες τις βραδιές παραμένει ανεκτίμητη.


