Η σπερμιδίνη, μια φυσική ουσία που βρίσκεται στα μανιτάρια, το φύτρο σιταριού και τα ώριμα τυριά, φαίνεται να ενισχύει την ανοσολογική απόκριση των ηλικιωμένων μετά τον εμβολιασμό. Οι επιστήμονες, ωστόσο, επισημαίνουν ότι τα ευρήματα πρέπει να επιβεβαιωθούν σε μεγαλύτερες κλινικές μελέτες. Το ανοσοποιητικό μας σύστημα αλλάζει καθώς μεγαλώνουμε. Η φυσική διαδικασία της γήρανσης μειώνει σταδιακά την ικανότητα του οργανισμού να ανταποκρίνεται σε λοιμώξεις αλλά και στα εμβόλια, γεγονός που εξηγεί γιατί οι ηλικιωμένοι είναι πιο ευάλωτοι σε πολλές μεταδοτικές ασθένειες.
Μια νέα πιλοτική, τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή και ελεγχόμενη με placebo μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Aging Cell, εξετάζει έναν απρόσμενο «σύμμαχο»: τη σπερμιδίνη, μια φυσική πολυαμίνη που παράγεται από τον οργανισμό αλλά υπάρχει και σε τρόφιμα όπως:
- μανιτάρια,
- φύτρο σιταριού,
- παλαιωμένη παρμεζάνα,
- ώριμο τσένταρ,
- προϊόντα σόγιας.
Τι έδειξε η έρευνα;
Στη μελέτη συμμετείχαν 40 άτομα ηλικίας άνω των 65 ετών, μετά την τρίτη δόση εμβολίου κατά της COVID-19. Οι συμμετέχοντες έλαβαν είτε καθημερινό συμπλήρωμα σπερμιδίνης είτε placebo για 13 εβδομάδες.
Τα πιο εντυπωσιακά αποτελέσματα παρατηρήθηκαν στους ηλικιωμένους που αρχικά δεν είχαν αναπτύξει επαρκή ανοσολογική απόκριση μετά τον εμβολιασμό. Σε αυτούς:
- αυξήθηκαν τα εξουδετερωτικά αντισώματα,
- ενισχύθηκαν τα Β-λεμφοκύτταρα μνήμης,
- μειώθηκαν οι δείκτες κυτταρικής γήρανσης,
- ενεργοποιήθηκαν μηχανισμοί αυτοφαγίας, μέσω των οποίων τα κύτταρα απομακρύνουν κατεστραμμένα συστατικά τους.
Γιατί έχει σημασία;
Οι επιστήμονες πιστεύουν ότι η γήρανση του ανοσοποιητικού (immunosenescence) αποτελεί έναν από τους βασικούς λόγους που ορισμένοι ηλικιωμένοι δεν αναπτύσσουν επαρκή προστασία μετά από έναν εμβολιασμό. Η σπερμιδίνη φαίνεται να περιορίζει αυτή τη διαδικασία, βελτιώνοντας τη λειτουργία των ανοσοκυττάρων.
Δεν αποτελεί ακόμη σύσταση
Οι ερευνητές υπογραμμίζουν ότι πρόκειται για μικρή πιλοτική μελέτη και δεν συνιστούν τη λήψη συμπληρωμάτων χωρίς ιατρική καθοδήγηση. Τα αποτελέσματα πρέπει να επιβεβαιωθούν σε πολύ μεγαλύτερες κλινικές δοκιμές πριν αλλάξουν οι κατευθυντήριες οδηγίες.


