Αποκλεισμένη από το πανεπιστήμιο στη φασιστική Ιταλία, συνέχισε την έρευνα στο σπίτι της. Η διαδρομή μιας γυναίκας που συνέβαλε στην κατανόηση του τρόπου με τον οποίο αναπτύσσεται το νευρικό σύστημα.
Γράφει η Νανά Παλαιτσάκη
Στο Τορίνο του πολέμου, μια κρεβατοκάμαρα απέκτησε μια δεύτερη χρήση. Η Ρίτα Λέβι Μονταλτσίνι εγκατέστησε εκεί ένα μικρό εργαστήριο για να συνεχίσει τα πειράματά της. Είχε σπουδάσει Ιατρική, είχε εκπαιδευτεί στην επιστημονική παρατήρηση και ήθελε να καταλάβει πώς αναπτύσσονται οι νευρικές ίνες. Το καθεστώς, όμως, της στερούσε το δικαίωμα να εργάζεται στο πανεπιστήμιο επειδή ήταν Εβραία. [1, 2]
Πολύ πριν από το Νόμπελ, βίωσε τον αποκλεισμό αλλά και την αβεβαιότητα για μια έρευνα που έπρεπε να συνεχίσει με αυτοσχέδια μέσα. Η επιστημονική της διαδρομή μάς επιτρέπει να δούμε πόσο εύκολα μια κοινωνία μπορεί να «γυρίσει την πλάτη» σε ανθρώπους που έχουν να προσφέρουν πολλά στην έρευνα.
Η πρώτη διεκδίκηση ήταν το δικαίωμα στις σπουδές
Γεννημένη στο Τορίνο στις 22 Απριλίου 1909, μεγάλωσε σε μια εβραϊκή οικογένεια με έντονα πνευματικά και καλλιτεχνικά ενδιαφέροντα. Ο πατέρας της, ωστόσο, πίστευε ότι μια επαγγελματική σταδιοδρομία θα δυσκόλευε τον μελλοντικό ρόλο των θυγατέρων του ως συζύγων και μητέρων. [1]
Στα είκοσί της, η Ρίτα του ζήτησε να ακολουθήσει διαφορετικό δρόμο. Προετοιμάστηκε για τις απαιτούμενες εξετάσεις και μπήκε στην Ιατρική του Πανεπιστημίου του Τορίνο. Αποφοίτησε με άριστα το 1936. Η μαθητεία της κοντά στον ιστολόγο Τζουζέπε Λέβι τής έδωσε μια αυστηρή εκπαίδευση στην έρευνα και ενίσχυσε το ενδιαφέρον της για το νευρικό σύστημα. [1, 2]
Πριν χρειαστεί να υπερασπιστεί την εργασία της απέναντι σε ένα αυταρχικό κράτος, είχε ήδη διεκδικήσει μέσα στο σπίτι της τη δυνατότητα να επιλέξει το επάγγελμά της.
Όταν ο αποκλεισμός μπήκε στο πανεπιστήμιο
Οι αντιεβραϊκοί νόμοι του 1938 ανέκοψαν τη σταδιοδρομία της. Ο αποκλεισμός των Εβραίων από την ακαδημαϊκή και επαγγελματική ζωή ήταν κρατική πολιτική. Η Μονταλτσίνι έχασε τη δυνατότητα να συνεχίσει κανονικά την πανεπιστημιακή της εργασία. [2] Έφυγε για τις Βρυξέλλες και μετά από ένα διάστημα επέστρεψε στην Ιταλία, όπου οργάνωσε ένα μικρό εργαστήριο στο υπνοδωμάτιό της. Ο παλιός της δάσκαλος, ο Τζουζέπε Λέβι, συνεργάστηκε μαζί της. Οι βομβαρδισμοί την ανάγκασαν αργότερα να μεταφέρει την ερευνητική της δραστηριότητα στην εξοχή. [1]
Το 1943, με τη γερμανική κατοχή, η οικογένεια κατέφυγε στη Φλωρεντία και κρύφτηκαν για να γλυτώσουν την ζωή τους. Μετά την απελευθέρωση της πόλης, η Μονταλτσίνι εργάστηκε ως γιατρός σε καταυλισμό προσφύγων, αντιμετωπίζοντας από κοντά την αρρώστια και τις συνέπειες του πολέμου. [1]
Η αυτοσχέδια έρευνα που έκανε ήταν η δική της απάντηση στο μέγεθος του διωγμού που είχε υποστεί. Το γεγονός ότι επέμενε δεν μειώνει την ευθύνη εκείνων που την ανάγκασαν να προσπαθεί κάτω από καθεστώς διαρκούς απειλής.
Το ερώτημα που οδήγησε στην ανακάλυψη
Το 1947, έπειτα από πρόσκληση του εμβρυολόγου Βίκτορ Χάμπουργκερ, άρχισε να εργάζεται στο Washington University στο Σεντ Λούις. Εκεί συνέχισε τις έρευνές της για την ανάπτυξη του νευρικού συστήματος. Η παραμονή που αρχικά σχεδιαζόταν ως προσωρινή εξελίχθηκε σε συνεργασία δεκαετιών. [2]
Στις αρχές της δεκαετίας του 1950, παρατήρησε ότι όγκοι από ποντίκια, όταν μεταμοσχεύονταν σε έμβρυα κοτόπουλου, προκαλούσαν έντονη ανάπτυξη συγκεκριμένων νευρικών ινών. Η δράση αυτή εμφανιζόταν χωρίς να απαιτείται άμεση επαφή με τον όγκο. Η Μονταλτσίνι συμπέρανε ότι κάποια ουσία που εκκρινόταν από τον όγκο ενίσχυε την ανάπτυξη των νεύρων. [3]
Η ουσία έγινε γνωστή ως νευρικός αυξητικός παράγοντας, ή NGF. Ο βιοχημικός Στάνλεϊ Κοέν, που εντάχθηκε στην ομάδα το 1953, συνέβαλε καθοριστικά στην απομόνωση και στον χαρακτηρισμό του. Η δουλειά τους βοήθησε να ερμηνευθεί πώς χημικά σήματα ρυθμίζουν την ανάπτυξη και τη διαφοροποίηση των κυττάρων. [3]
Για τον αναγνώστη που δεν είναι ειδικός, εδώ βρίσκεται η σημασία της ανακάλυψης: η ανάπτυξη των κυττάρων μπορεί να μελετηθεί μέσα από συγκεκριμένα σήματα και μηχανισμούς. Ένα ερώτημα βασικής βιολογίας άνοιξε δρόμους για την κατανόηση της λειτουργίας του οργανισμού και της νόσου. Η ανακάλυψη του NGF δεν ήταν από μόνη της θεραπεία για όλες τις νευρολογικές παθήσεις· ήταν θεμελιώδης γνώση πάνω στην οποία μπορούσε να χτιστεί η επόμενη έρευνα. [3]
Η αναγνώριση και όσα προηγήθηκαν
Το 1986, η Ρίτα Λέβι Μονταλτσίνι και ο Στάνλεϊ Κοέν μοιράστηκαν το Νόμπελ Φυσιολογίας ή Ιατρικής για τις ανακαλύψεις τους σχετικά με τους αυξητικούς παράγοντες. Ήταν 77 ετών. Το 2001 διορίστηκε ισόβια γερουσιαστής στην Ιταλία. Πέθανε στη Ρώμη στις 30 Δεκεμβρίου 2012, σε ηλικία 103 ετών. [3, 4, 5]
Η διαδρομή της συχνά προσφέρεται για μια αφήγηση success story. Όμως υπάρχει κάτι πολύ πιο ουσιαστικό από την προσωπική της επιμονή και αυτό αφορούσε στους συνεργάτες που την εμπιστεύθηκαν, όπως και το πανεπιστήμιο που της έδωσε χώρο να εργαστεί μετά τον πόλεμο.
Το ερώτημα που αφήνει η ιστορία της αφορά και το παρόν: πόση γνώση χάνεται όταν το φύλο, η καταγωγή ή μια πολιτική απόφαση καθορίζουν ποιος δικαιούται να σπουδάσει και να ερευνήσει;
Σήμερα θυμόμαστε τη Μονταλτσίνι ως νομπελίστρια. Αξίζει να θυμόμαστε όμως και την νεαρή ερευνήτρια στο μικρό δωμάτιο του Τορίνο. Για να βλέπουμε καθαρότερα τι μπορεί να προσφέρει ένας άνθρωπος όταν του δίνεται η ευκαιρία και τι διακινδυνεύει μια κοινωνία όταν του τη στερεί.
Πηγές και φωτογραφική τεκμηρίωση
[1] Αυτοβιογραφικό σημείωμα στο NobelPrize.org
www.nobelprize.org
[2] Washington University — Obituary Nobel Laureate Rita Levi Montalcini
source.washu.edu
[3] Ανακοίνωση Νόμπελ Φυσιολογίας ή Ιατρικής 1986
www.nobelprize.org
[4] NobelPrize.org — Rita Levi Montalcini Facts
www.nobelprize.org
[5] Ιταλική Γερουσία — Βιογραφικά στοιχεία και θητεία
www.senato.it
Κεντρική φωτογραφία: Ρίτα Λέβι Μονταλτσίνι κατά την επίσκεψή της στο Lund της Σουηδίας στις 12 Δεκεμβρίου 1986. Φωτογραφία: Kurt Hagblom / Πανεπιστημιακή Βιβλιοθήκη Lund / Adam Cuerden. Πηγή: Wikimedia Commons — Public domain.

