No Result
View All Result
Nanascent
  • Home
  • NanaLand
  • Health – Beyond
    • Καινοτομία
    • Νέα
    • Πρόσωπα
    • Συνεντεύξεις
  • Ψυχική υγεία
    • Σχέσεις
    • Γάμος
    • Γονείς – παιδιά
    • Γυναίκα
    • Τρίτη ηλικία
  • Ευ Ζην
    • Γυναίκα
    • Διατροφή
    • Προτάσεις
    • DIY
  • Kαι τώρα τι κάνουμε
  • Art Therapy
  • Culture
  • Home
  • NanaLand
  • Health – Beyond
    • Καινοτομία
    • Νέα
    • Πρόσωπα
    • Συνεντεύξεις
  • Ψυχική υγεία
    • Σχέσεις
    • Γάμος
    • Γονείς – παιδιά
    • Γυναίκα
    • Τρίτη ηλικία
  • Ευ Ζην
    • Γυναίκα
    • Διατροφή
    • Προτάσεις
    • DIY
  • Kαι τώρα τι κάνουμε
  • Art Therapy
  • Culture
No Result
View All Result
Nanascent

Μάτιασμα: Πίστη, βίωμα ή η δύναμη της προσδοκίας;

12 Αυγούστου 2026
in Kαι τώρα τι κάνουμε
A A
Μάτιασμα: Πίστη, βίωμα ή η δύναμη της προσδοκίας;
Share on FacebookShare on Twitter

Υπάρχουν πράγματα που δύσκολα χωρούν σε μία μόνο εξήγηση. Το μάτιασμα είναι ένα από αυτά. «Με μάτιασαν». Στην Ελλάδα η φράση ακούγεται τόσο φυσικά, που σχεδόν δεν χρειάζεται επεξήγηση. Ένας ξαφνικός πονοκέφαλος. Ένα βάρος στα μάτια. Συνεχόμενα χασμουρητά. Μια ανεξήγητη κόπωση ή δυσφορία.

ADVERTISEMENT

Και κάπου εκεί ακούγεται το γνώριμο: «Κάτσε να σε ξεματιάσω».

Για κάποιους είναι μια βαθιά ριζωμένη πίστη. Για άλλους οικογενειακή παράδοση. Για άλλους μια δεισιδαιμονία που επιβίωσε μέχρι τις μέρες μας. Υπάρχει όμως και μια τέταρτη κατηγορία ανθρώπων, ίσως η πιο ενδιαφέρουσα:

Εκείνοι που λένε: «Δεν ξέρω αν πιστεύω στο μάτι. Ξέρω όμως ότι όταν με ξεματιάζουν, μου περνάει».

Και αυτή η φράση ανοίγει ένα πολύ μεγαλύτερο ερώτημα. Γιατί γύρω από το μάτιασμα συναντώνται τρεις διαφορετικοί τρόποι με τους οποίους ο άνθρωπος προσπαθεί εδώ και αιώνες να εξηγήσει όσα του συμβαίνουν: η πίστη, η εμπειρία και η επιστήμη.

Το «κακό μάτι» δεν είναι μόνο ελληνική ιστορία

Η ιδέα ότι το βλέμμα ενός άλλου ανθρώπου —και ιδιαίτερα ένα βλέμμα που συνοδεύεται από φθόνο ή ζήλια— μπορεί να προκαλέσει κακό είναι πολύ παλαιότερη από τη σύγχρονη Ελλάδα.

ADVERTISEMENT

Παραλλαγές του «evil eye» συναντώνται εδώ και αιώνες σε διαφορετικούς πολιτισμούς, με ιδιαίτερα έντονη παρουσία στις κοινωνίες της Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής. Στην ελληνική κοινωνία η πεποίθηση πέρασε από γενιά σε γενιά.

Γιαγιάδες ξεμάτιαζαν εγγόνια. Μητέρες παιδιά. Μια προσευχή μεταδιδόταν από έναν άνθρωπο στον επόμενο, συχνά μέσα σε ένα ιδιαίτερο οικογενειακό ή θρησκευτικό τελετουργικό. Και κάπως έτσι το μάτιασμα βρέθηκε σε μια παράξενη θέση: ανάμεσα στη λαϊκή παράδοση και στη θρησκευτική πίστη. Μόνο που τα δύο δεν είναι ακριβώς το ίδιο πράγμα.

Τι λέει πραγματικά η Ορθόδοξη Εκκλησία;

Εδώ τα πράγματα γίνονται πιο ενδιαφέροντα. Στην Ορθόδοξη παράδοση υπάρχει πράγματι η έννοια της βασκανίας, και υπάρχει εκκλησιαστική ευχή που σχετίζεται με αυτήν. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η Εκκλησία αποδέχεται όλες τις λαϊκές αντιλήψεις γύρω από το «μάτι» ή όλες τις πρακτικές ξεματιάσματος.

Σε επίσημο θεολογικό κείμενο της Greek Orthodox Archdiocese of America γίνεται μια χαρακτηριστική διάκριση: η βασκανία συνδέεται με τον φθόνο και τη ζήλια, ενώ απορρίπτεται η αντίληψη ενός σχεδόν αυτόνομου «μαγικού» μηχανισμού που δρα έξω από τη θεία πρόνοια. Παράλληλα, αποδοκιμάζεται η προσφυγή σε ανθρώπους που χρησιμοποιούν μαγικές ή δεισιδαιμονικές τελετουργίες. Με άλλα λόγια: άλλο η προσευχή και άλλο η μαγεία.

Για την Ορθόδοξη προσέγγιση, η απάντηση δεν βρίσκεται σε μια «τεχνική» που διαθέτει κάποιος άνθρωπος ώστε να εξουδετερώσει μια μυστηριώδη ενέργεια. Βρίσκεται στην προσευχή. Και αυτό διαφοροποιεί σημαντικά τη θρησκευτική έννοια της βασκανίας από αρκετές πρακτικές που η λαϊκή παράδοση έχει συγκεντρώσει κάτω από την κοινή λέξη «ξεμάτιασμα».

Και ύστερα υπάρχει η εμπειρία

Εδώ η συζήτηση δυσκολεύει. Γιατί μπορεί κανείς εύκολα να αμφισβητήσει μια θεωρία. Είναι πολύ δυσκολότερο να αμφισβητήσει το βίωμα ενός ανθρώπου. Πάρα πολλοί άνθρωποι περιγράφουν το ίδιο περίπου μοτίβο: Ένιωθαν έντονη δυσφορία. Κάποιος τους ξεμάτιασε. Και λίγο αργότερα αισθάνθηκαν καλύτερα.

Αυτό από μόνο του δεν αποδεικνύει ότι υπήρξε μάτιασμα. Δεν αποδεικνύει όμως ούτε ότι η ανακούφιση ήταν «φανταστική». Ο άνθρωπος μπορεί πράγματι να αισθάνθηκε καλύτερα. Και ακριβώς εδώ η επιστήμη έχει κάτι εξαιρετικά ενδιαφέρον να μας πει. Όχι για το αν υπάρχει «μάτι». Αλλά για το πόσο ισχυρά μπορούν η πεποίθηση, η προσδοκία και το τελετουργικό της φροντίδας να επηρεάσουν τον τρόπο με τον οποίο βιώνουμε το ίδιο μας το σώμα.

«Είναι όλα στο μυαλό σου»;

Αυτή είναι ίσως μία από τις πιο παραπλανητικές φράσεις που χρησιμοποιούμε. Γιατί δημιουργεί την εντύπωση ότι υπάρχουν δύο ξεχωριστά πράγματα: το μυαλό από τη μία και το σώμα από την άλλη. Η σύγχρονη νευροεπιστήμη περιγράφει μια πολύ πιο σύνθετη πραγματικότητα. Οι προσδοκίες μας μπορούν να μεταβάλλουν την αντίληψη σωματικών συμπτωμάτων. Η προηγούμενη εμπειρία και η μάθηση επίσης. Το ίδιο μπορεί να συμβεί με το θεραπευτικό περιβάλλον, τα λόγια που ακούμε και το νόημα που δίνουμε σε μια διαδικασία. Και εδώ εμφανίζονται δύο όροι που έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον: placebo και nocebo.

Το placebo δεν σημαίνει «το φαντάστηκες»

Συνήθως φανταζόμαστε το placebo ως ένα ψεύτικο χάπι. Το πραγματικό φαινόμενο είναι πολύ πιο σύνθετο. Η επιστημονική βιβλιογραφία δείχνει ότι οι θετικές προσδοκίες, η προηγούμενη μάθηση και το ίδιο το πλαίσιο μιας θεραπείας μπορούν να επηρεάσουν το πώς βιώνεται ένα σύμπτωμα.

Σε ορισμένες περιπτώσεις έχουν παρατηρηθεί και συγκεκριμένοι νευροβιολογικοί μηχανισμοί. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο πόνος. Γνωρίζουμε ότι η προσδοκία ανακούφισης μπορεί να μειώσει την εμπειρία του πόνου. Νεότερη έρευνα έχει φτάσει μάλιστα στο σημείο να χαρτογραφεί νευρωνικά κυκλώματα που συμμετέχουν στην placebo αναλγησία. Δεν πρόκειται, λοιπόν, απλώς για κάποιον που «νομίζει ότι έγινε καλά». Ο εγκέφαλος συμμετέχει ενεργά στην εμπειρία του συμπτώματος.

Και το nocebo κάνει κατά κάποιον τρόπο το αντίθετο

Αν το placebo μάς δείχνει τι μπορεί να συμβεί όταν περιμένουμε μια θετική έκβαση, το nocebo αποκαλύπτει την άλλη πλευρά. Η προσδοκία ότι κάτι θα μας προκαλέσει πόνο, δυσφορία ή παρενέργειες μπορεί, υπό ορισμένες συνθήκες, να αυξήσει την πιθανότητα ή την ένταση με την οποία θα βιώσουμε τέτοια συμπτώματα. Και εδώ αρχίζει μια ενδιαφέρουσα υπόθεση γύρω από το μάτιασμα. Τονίζουμε τη λέξη υπόθεση. Όχι επιστημονική απόδειξη του ξεματιάσματος.

Ας φανταστούμε λοιπόν τι μπορεί να συμβαίνει

Ένας άνθρωπος έχει μεγαλώσει σε ένα περιβάλλον όπου γνωρίζει από παιδί ότι το μάτιασμα προκαλεί συγκεκριμένα συμπτώματα. Κάποια μέρα αισθάνεται ξαφνικά πονοκέφαλο και κόπωση. Κάποιος του λέει: «Σε έχουν ματιάσει». Η φράση αυτή αποκτά αμέσως νόημα. Η προσοχή στρέφεται ακόμη περισσότερο στο σώμα. Ο άνθρωπος παρατηρεί τον πονοκέφαλο. Το βάρος. Το χασμουρητό.

Και πιθανώς περιμένει ότι θα αισθανθεί χειρότερα. Ύστερα εμφανίζεται ένας άνθρωπος που εμπιστεύεται. «Θα σε ξεματιάσω». Αρχίζει μια γνώριμη διαδικασία. Ίσως μια προσευχή. Ίσως η φωνή της μητέρας ή της γιαγιάς. Μερικά λεπτά ησυχίας. Κάποιος ασχολείται αποκλειστικά μαζί του. Και υπάρχει πλέον μια εντελώς διαφορετική προσδοκία:

«Τώρα θα μου περάσει». Τι συμβαίνει στο σώμα εκείνη τη στιγμή; Δεν έχουμε επιστημονικές μελέτες που να μας επιτρέπουν να πούμε ότι αυτός είναι ο μηχανισμός του ξεματιάσματος.

Γνωρίζουμε όμως ότι προσδοκία, μάθηση, προηγούμενες εμπειρίες, λόγια, τελετουργίες και το πλαίσιο μιας θεραπευτικής πράξης μπορούν να συμμετέχουν σε placebo και nocebo αποκρίσεις.

Επομένως, είναι επιστημονικά εύλογο να αναρωτηθούμε εάν ένα μέρος της ανακούφισης που περιγράφουν ορισμένοι άνθρωποι μετά το ξεμάτιασμα μπορεί να σχετίζεται με αυτούς τους μηχανισμούς. Εύλογο να το διερευνήσουμε. Όχι αποδεδειγμένο. Και αυτή η διαφορά έχει σημασία.

Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη: η δύναμη του τελετουργικού

Ένα τελετουργικό δεν είναι απαραίτητα κάτι μεταφυσικό. Οι άνθρωποι χρησιμοποιούμε τελετουργίες παντού. Στη θρησκεία. Στην ιατρική. Στο πένθος. Στον αθλητισμό. Ακόμη και στις καθημερινές μας συνήθειες.

Μια τελετουργική πράξη δημιουργεί προβλεψιμότητα. Έχει αρχή, εξέλιξη και τέλος. Μπορεί να προσφέρει την αίσθηση ότι κάποιος αναλαμβάνει δράση απέναντι σε κάτι που μέχρι πριν από λίγο φαινόταν ανεξήγητο. Και στο ξεμάτιασμα υπάρχει συχνά ακόμη ένα στοιχείο: η φροντίδα ενός άλλου ανθρώπου. Κάποιος σε προσέχει. Κάποιος πιστεύει ότι μπορεί να σε βοηθήσει. Κάποιος σου αφιερώνει χρόνο. Κάποιος σου λέει, με τον δικό του τρόπο: «Θα γίνεις καλά». Ίσως λοιπόν ένα κομμάτι αυτού που βιώνεται να βρίσκεται όχι μόνο σε αυτό που γίνεται, αλλά και στο νόημα που έχει αυτό που γίνεται για τον συγκεκριμένο άνθρωπο.

Άρα το μάτιασμα υπάρχει;

Η επιστήμη δεν μπορεί σήμερα να απαντήσει «ναι» με την έννοια που συνήθως δίνουμε στη λέξη. Δεν υπάρχει τεκμηριωμένος επιστημονικός μηχανισμός σύμφωνα με τον οποίο το βλέμμα ενός ανθρώπου μεταφέρει μια μετρήσιμη αρνητική «ενέργεια» και προκαλεί τα συμπτώματα που αποδίδουμε στο μάτιασμα. Αυτό πρέπει να λέγεται καθαρά.

Αλλά υπάρχει και κάτι άλλο που πρέπει να λέγεται εξίσου καθαρά: η απουσία απόδειξης για έναν υπερφυσικό μηχανισμό δεν σημαίνει ότι ένας άνθρωπος που αισθάνθηκε καλύτερα μετά το ξεμάτιασμα δεν αισθάνθηκε πραγματικά καλύτερα.

Το βίωμα και η ερμηνεία του βιώματος είναι δύο διαφορετικά πράγματα. Η ανακούφιση μπορεί να είναι πραγματική. Το γιατί συνέβη είναι το ερώτημα.

Τρεις διαφορετικές απαντήσεις στο ίδιο ανθρώπινο βίωμα

Ίσως τελικά το μάτιασμα είναι ενδιαφέρον όχι επειδή πρέπει οπωσδήποτε να αποφασίσουμε αν «υπάρχει» ή «δεν υπάρχει». Αλλά επειδή αποκαλύπτει τρεις διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους προσπαθούμε να καταλάβουμε τον κόσμο.

Η πίστη μιλά για βασκανία, φθόνο και προσευχή.

Η λαϊκή εμπειρία λέει: «Το έχω ζήσει. Με ξεμάτιασαν και συνήλθα».

Η επιστήμη απαντά: «Δεν μπορώ να επιβεβαιώσω ότι το μάτι προκάλεσε το σύμπτωμα. Μπορώ όμως να σου δείξω ότι οι προσδοκίες, η μάθηση και το πλαίσιο μπορούν πραγματικά να αλλάξουν τον τρόπο με τον οποίο ο εγκέφαλος και το σώμα βιώνουν ορισμένα συμπτώματα».

Και ίσως δεν χρειάζεται να πιέσουμε αυτές τις τρεις φωνές να πουν το ίδιο πράγμα. Χρειάζεται μόνο να είμαστε ακριβείς για το τι πραγματικά λέει η καθεμία. Γιατί πίσω από το ερώτημα «πιστεύεις στο μάτι;» κρύβεται ένα πολύ μεγαλύτερο και ίσως πολύ πιο ενδιαφέρον ερώτημα:

Πόση δύναμη έχει τελικά πάνω στο σώμα μας αυτό που βαθιά πιστεύουμε ότι πρόκειται να μας συμβεί;

Η επιστήμη έχει αρχίσει να δίνει απαντήσεις. Και αυτές οι απαντήσεις μπορεί να μην αποδεικνύουν το μάτιασμα. Αποδεικνύουν όμως κάτι εξίσου συναρπαστικό: ότι η γραμμή ανάμεσα σε αυτό που πιστεύουμε, σε αυτό που περιμένουμε και σε αυτό που τελικά αισθανόμαστε είναι πολύ λιγότερο καθαρή απ’ όσο κάποτε νομίζαμε.

Σημείωση Nanascent: Το άρθρο διερευνά το μάτιασμα ως πολιτισμική και θρησκευτική πεποίθηση και εξετάζει πιθανούς μηχανισμούς που γνωρίζουμε από την έρευνα για placebo και nocebo. Δεν υποστηρίζει ότι αυτοί οι μηχανισμοί αποτελούν αποδεδειγμένη επιστημονική εξήγηση του ξεματιάσματος. Επίμονα, έντονα ή ασυνήθιστα σωματικά συμπτώματα χρειάζονται ιατρική αξιολόγηση και δεν πρέπει να αποδίδονται αυτομάτως σε μάτιασμα.

Ετικέτες: ΕΛΛΑΔΑΘΡΗΣΚΕΙΑ
Προηγούμενο

Η υπόθεση Φάουτσι επιστρέφει στο προσκήνιο – Τι γνωρίζουμε και τι όχι

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

No Result
View All Result
ADVERTISEMENT
Nanascent

info@nanascent.gr | advertise@nanascent.gr

Copyright 2025 Nanascent. All rights reserved. Powered by Pavla SA

No Result
View All Result
  • Home
  • NanaLand
  • Health – Beyond
    • Καινοτομία
    • Νέα
    • Πρόσωπα
    • Συνεντεύξεις
  • Ψυχική υγεία
    • Σχέσεις
    • Γάμος
    • Γονείς – παιδιά
    • Γυναίκα
    • Τρίτη ηλικία
  • Ευ Ζην
    • Γυναίκα
    • Διατροφή
    • Προτάσεις
    • DIY
  • Kαι τώρα τι κάνουμε
  • Art Therapy
  • Culture

© 2025 All rights reserved. Powered by Pavla SA.