Είναι Αύγουστος. Οι επαρχιακοί δρόμοι έχουν περισσότερη κίνηση. Αυτοκίνητα με επιβάτες οικογένεια, μοτοσικλέτες, τροχόσπιτα και φορτηγά.
Οι δρόμοι του επαρχιακού δικτύου, όπως και στα νησιά, απαιτούν μεγάλη προσοχή στην οδήγηση καθώς υπάρχουν σημεία με περιορισμένη ορατότητα, στενό οδόστρωμα, με λακκούβες, καθιζήσεις αλλά και απότομες πολύ κλειστές στροφές. Για τον λόγο αυτό προφανώς υπάρχουν και τ’ αντίστοιχα σήματα, αλλά και το όριο ταχύτητας.
Οδηγείς λοιπόν με την ταχύτητα που επιτρέπεται και που θεωρείς ασφαλή για τις συνθήκες που επικρατούν.
Και τότε τον βλέπεις στον καθρέφτη. Έχει πλησιάσει υπερβολικά και σχεδόν απέχει ελάχιστα από τον προφυλακτήρα σου πίσω.
Εσύ οδηγείς χωρίς να υποχωρείς στις εκβιαστικές πιέσεις του. Σου παίζει τα φώτα αλλά δεν προσπερνά, άλλωστε δεν μπορεί να προσπεράσει. Δεν υπάρχει αρκετή ορατότητα, έρχεται στροφή, υπάρχει διπλή διαχωριστική γραμμή.
Σε πιέζει και σχεδόν εκβιαστικά απαιτεί να τρέξεις.
Όχι, δεν χρειάζεται να τρέξεις
Αυτή είναι ίσως η κυριότερη σκέψη εκείνη τη στιγμή.
Ο οδηγός πίσω σου μπορεί να βιάζεται. Μπορεί να εκνευρίζεται. Μπορεί να θεωρεί ότι το όριο ταχύτητας είναι υπερβολικά χαμηλό, Μπορεί να πιστεύει ότι γνωρίζει τον δρόμο καλύτερα από εσένα.
Τίποτε από αυτά δεν δημιουργεί υποχρέωση σε εσένα να οδηγήσεις γρηγορότερα.
Εσύ βλέπεις μπροστά σου μια κλειστή στροφή. Εσύ γνωρίζεις το αυτοκίνητό σου.
Εσύ γνωρίζεις πόσο ασφαλής αισθάνεσαι. Και κυρίως, εσύ έχεις την ευθύνη της δικής σου οδήγησης.
Το ότι κάποιος έχει κολλήσει στον προφυλακτήρα σου δεν μετακινεί το όριο ταχύτητας μερικά χιλιόμετρα προς τα πάνω.
«Κάνε δεξιά»
Ναι — όταν υπάρχει χώρος και όταν αυτό μπορεί να γίνει με ασφάλεια.
Σε πολλούς επαρχιακούς δρόμους, όμως, δεν υπάρχει χώρος για να πας δεξιά.
Στα δεξιά μπορεί να υπάρχει χαντάκι, τοίχος, βράχος ή απλώς μια άκρη του οδοστρώματος που δεν προσφέρεται για ασφαλή ελιγμό
Δεν είναι υποχρέωση του μπροστινού οδηγού να βγει σχεδόν από τον δρόμο ώστε ο πίσω να συνεχίσει με την ταχύτητα που εκείνος επιθυμεί.
Ούτε είναι λογικό να αυξήσει ταχύτητα μέσα σε μια στροφή επειδή αισθάνεται ότι το αυτοκίνητο πίσω του τον εκβιάζει.
Η πίεση του άλλου δεν πρέπει να γίνει δική μας επικίνδυνη απόφαση.
Και μετά έρχεται η προσπέραση
Αυτό είναι ίσως το πιο τρομακτικό σημείο.
Εκεί που θεωρείς ότι ο οδηγός πίσω σου θα περιμένει μέχρι να ανοίξει ο δρόμος, τον βλέπεις να βγαίνει στο αντίθετο ρεύμα.
Διπλή διαχωριστική.
Στροφή.
Ελάχιστη ή καθόλου ορατότητα.
Και προσπερνά.
Για μερικά δευτερόλεπτα, ένας άνθρωπος που δεν μπορεί να γνωρίζει τι υπάρχει πίσω από τη στροφή αποφασίζει ότι αξίζει να ρισκάρει όχι μόνο τη δική του ζωή, αλλά και τη δική σου και τη ζωή εκείνου που ενδεχομένως έρχεται από απέναντι.
Και το ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι αυτή η συμπεριφορά δεν αφορά μόνο οδηγούς επιβατικών αυτοκινήτων.
Τη βλέπουμε ακόμη και από οδηγούς βαρέων οχημάτων, όπου οι αποστάσεις πέδησης, ο όγκος και οι συνέπειες μιας σύγκρουσης μπορούν να κάνουν ένα λάθος πολύ σοβαρότερο.
Τι κάνουμε όταν κάποιος μας πιέζει από πίσω;
Πρώτα απ’ όλα, δεν αφήνουμε τον άλλον να αποφασίσει την ταχύτητά μας.
Δεν επιταχύνουμε πέρα από αυτό που επιτρέπουν ο δρόμος, το όριο ταχύτητας και οι συνθήκες μόνο και μόνο επειδή κάποιος βρίσκεται πολύ κοντά μας.
Δεν προσπαθούμε όμως ούτε να τον «τιμωρήσουμε».
Δεν φρενάρουμε απότομα για να του δώσουμε μάθημα. Δεν κάνουμε χειρονομίες. Δεν αυξάνουμε επίτηδες την ένταση και δεν εμποδίζουμε μια ασφαλή προσπέραση όταν αυτή μπορεί πράγματι να γίνει.
Συνεχίζουμε ψύχραιμα.
Και όταν εμφανιστεί πραγματικά ασφαλές σημείο όπου μπορούμε να διευκολύνουμε τον άλλον να περάσει ή να σταματήσουμε με ασφάλεια, το κάνουμε.
Όχι επειδή είχε δίκιο που μας πίεζε. Αλλά επειδή ένας επιθετικός οδηγός είναι προτιμότερο να βρίσκεται μακριά μας παρά κολλημένος πίσω μας.
Κι αν αποφασίσει να προσπεράσει εκεί που δεν πρέπει;
Δεν είναι η στιγμή να αποδείξουμε ποιος έχει δίκιο.
Δεν επιταχύνουμε για να τον εμποδίσουμε και δεν μετατρέπουμε την επικίνδυνη επιλογή του σε ανταγωνισμό.
Προσπαθούμε, όσο μας επιτρέπουν οι συνθήκες και χωρίς να δημιουργήσουμε νέο κίνδυνο, να αφήσουμε χώρο ώστε η κατάσταση να τελειώσει.
Γιατί εκείνη τη στιγμή ο στόχος δεν είναι να κερδίσουμε μια διαφωνία στον δρόμο.
Ο στόχος είναι να μη γίνει σύγκρουση.
Βλέπουμε στον καθρέφτη ένα μεγάλο όχημα λίγα μέτρα πίσω μας και ασυναίσθητα πατάμε λίγο περισσότερο το γκάζι.
Από 60 πάμε 65.
Μετά 70.
Και κάποια στιγμή μπορεί να συνειδητοποιήσουμε ότι μπαίνουμε σε μια στροφή γρηγορότερα απ’ όσο θα επιλέγαμε αν δεν υπήρχε κανείς πίσω μας.
Εκεί βρίσκεται η παγίδα.
Έχουμε παραδώσει σε έναν άγνωστο οδηγό ένα μέρος της δικής μας οδηγικής κρίσης και συμπεριφοράς. Και αυτό δεν πρέπει να συμβαίνει.
Την επόμενη φορά λοιπόν που θα κοιτάξουμε τον καθρέφτη και θα δούμε κάποιον κολλημένο πίσω μας, ας θυμηθούμε κάτι πολύ απλό:
Ο καθρέφτης μάς ενημερώνει για το τι συμβαίνει πίσω μας. Δεν αποφασίζει πόσο γρήγορα θα κινηθούμε μπροστά.
Κρατάμε την ψυχραιμία μας.
Κρατάμε ασφαλή και νόμιμη ταχύτητα.
Δεν ανταγωνιζόμαστε.
Και στην πρώτη πραγματικά ασφαλή ευκαιρία, αφήνουμε τον βιαστικό οδηγό να φύγει.
Ας βιάζεται μόνος του.
Εμείς θέλουμε να φτάσουμε.


