Γράφει η Νανά Παλαιτσάκη
Η ιστορία της αδικοχαμένης Μυρτούς, στα 19 της χρόνια, έχει επαναφέρει ένα θέμα, το οποίο όταν είσαι γονιός και αγαπάς το παιδί σου, δεν υπάρχει καμία περίπτωση να μην σ’ έχει απασχολήσει εκατοντάδες φορές.
Θυμάμαι πόσο φοβόμουν για τα πάντα όταν ο γιός μου μπήκε στην εφηβεία, σε βαθμό που υπήρξαν φορές που δεν ήμουν λογική. Το παιδί μου είχε μια αγάπη τεράστια από πολύ μικρούλης στα αεροπλάνα. Πρέπει να ήταν γύρω στα 13, όταν μου ανακοίνωσε ότι θα έπαιρνε το λεωφορείο για να πήγαινε μόνος του, να δει το Πολεμικό Μουσείο.
Βρισκόμουν θυμάμαι σε απόγνωση, καθώς σαν αστραπή πέρασαν από το μυαλό μου, όλες οι «καταστροφές» που είχαμε διαχειριστεί στα δελτία ειδήσεων, όπως: Να συγκρουστεί το λεωφορείο, να τον παρενοχλήσει κάποιος ενήλικας, να «του την έπεφταν» στο δρόμο για να του πάρουν το κινητό, να έμπλεκε σε καβγά χωρίς να φταίει, να του προσφέραν χασίς, να έχανε τον δρόμο….. Επειδή λοιπόν δεν μπορούσα να διατυπώσω όλα αυτά τα «παρανοϊκά», ξεκίνησα με απαγόρευση: « Είσαι μικρός για να πας μόνος σου»…. Ευτυχώς το παιδί που ήταν πιο ώριμο από μένα, μου εξήγησε ότι το λεωφορείο το χρησιμοποιούσε και άλλες φορές, ότι η απόσταση από του Παπάγου, έως το Πολεμικό Μουσείο ήταν σύντομη, ότι θα πήγαινε πριν τη μία το μεσημέρι και ότι ήταν άδικο να επιμείνω και να χάσει αυτή την βόλτα, που στην τελική άλλοι γονείς παρακαλάνε, να ζητήσει το παιδί τους να πάει σ’ ένα μουσείο.
Υποχώρησα με πολύ βαριά καρδιά και μέχρι να τον δω να μπαίνει σπίτι, είχα «κατεβάσει» από την ένταση και τις κουρτίνες να τις πλύνω…
Η κουβέντα όμως πάντα που θ’ απασχολεί γονείς που συνειδητά έχουν φέρει παιδιά στον κόσμο είναι :
«Τι κάνουμε στην εφηβεία; Πως μπαίνουν όρια; Θα καταλάβουμε το «κακό»; Τι να πρωτοκάνουμε για να τα προστατεύσουμε;»
Ξεκινώντας από τον εαυτό μου, γιατί βιωματικά μπορώ να γράψω, είχα πολλές ενοχές εξαιτίας της δουλειάς μου και φοβόμουν ότι δεν ήμουν κοντά στο παιδί όσο θα έπρεπε.
Τι σημαίνει «κοντά» όμως. Είναι θέμα φυσικής παρουσίας ή ποιοτικής επικοινωνίας;
Στο μόνο που ήμουν σίγουρη πάντως όσο μεγάλωνε το παιδί μου, ήταν ότι δεν είχα καμία πρόθεση να είμαι «φίλη του». Ήθελα να νιώθει ότι ήμουν ως μητέρα του σταθερά δίπλα του, αλλά δεν αντικαθιστούσα σε καμία περίπτωση τους κολλητούς του φίλους.
Το αγόρι μας ή το κορίτσι μας στην εφηβεία δεν χρειάζεται έναν γονιό που να είναι «κολλητός», χρειάζεται έναν ενήλικα που : είναι διαθέσιμος, αντέχει ν’ ακούσει και δεν τρομάζει με αυτά που θα μάθει.
Γιατί αν το παιδί φοβάται την αντίδρασή σου, δεν θα σου πει την αλήθεια.
Και τότε το παιχνίδι αρχίζει να χάνεται.
Κάθε άνθρωπος, κάθε παιδί από τότε που καταλαβαίνει τον εαυτό του, χρειάζεται όρια. Τα παιδιά δεν αντιδρούν άσχημα γιατί οι γονείς συμβουλεύουν, απομακρύνονται όταν:
- δεν καταλαβαίνουν το «γιατί»
- νιώθουν ότι κρίνονται συνεχώς
- δεν έχουν χώρο να εκφραστούν
Ο έλεγχος δημιουργεί κρυφές ζωές. Η σχέση δημιουργεί εμπιστοσύνη.
Και το «κακό»; Πώς το αποτρέπεις;
Αυτή είναι η αγωνία κάθε γονιού. Αλλά η αλήθεια είναι άβολη: Δεν μπορείς να ελέγξεις τα πάντα.
Μπορείς όμως να κάνεις κάτι πιο σημαντικό: Να διαπαιδαγωγήσεις έναν άνθρωπο που θα μπορεί να προστατεύσει τον εαυτό του όταν εσύ δεν είσαι εκεί. Αυτό γίνεται
- με αυτοεκτίμηση
- με κρίση
- με αίσθηση ορίων
Και αυτά δεν χτίζονται με φόβο. Τ’ ανθρωπάκια που μεγαλώνουμε, χρειάζεται να εμπιστεύονται και να ξέρουν ότι οι γονείς τους : Δεν θα τα ντροπιάσουν, δεν θα τ’ απορρίψουν και δεν θα τ’ απομονώσουν από την σχέση.

