Γράφει η Νανά Παλαιτσάκη
Δεν έρχεται ποτέ με θόρυβο.
Δεν υπάρχει μια συγκεκριμένη ημέρα που θα τη σημειώσετε στο ημερολόγιο. Δεν θα σας ειδοποιήσει κανείς ότι από σήμερα το παιδί σας μεγάλωσε αρκετά ώστε να μη σας χρειάζεται όπως χθες.
Κάποια στιγμή θα σκύψετε να το φιλήσετε και θα… τραβηχτεί. « Έλα ..μεγάλωσα πια. Δεν είμαι μωρό»
Και κάπου εκεί, θ’ αρχίσετε να συνειδητοποιείτε ότι κάτι αλλάζει.
Για πολλούς από μας τους γονείς, η ζωή μας εξελίσσεται γύρω από τις ανάγκες των παιδιών μας. Από την πρώτη αγκαλιά, μέχρι τα ατελείωτα «πηγαινέλα», για τα μαθήματα, για τις δραστηριότητες, για το κολυμβητήριο, για τα πάρτι… Από τα ξενύχτια όταν αρρωσταίνουν, την διαχείριση όλων των ατυχημάτων που μπορεί να συμβούν, το φαγητό τους, τα ρούχα τους, την ποιότητα της ζωής τους, ο γονιός είναι απαραίτητος
Κάποια στιγμή αυτός ο ρόλος, σιγά – σιγά, αρχίζει και μεταμορφώνεται. Και εκεί κάπου ξεκινάει μια «γκρίζα» περίοδος για τον γονιό. Τότε που αποφεύγει την αγκαλιά, τότε που κλείνεται με τις ώρες στο δωμάτιό του, τότε που αρχίζει να ντύνεται παράξενα, τότε που δείχνει έντονη επιθυμία να είναι με τους φίλους του και πολύ λιγότερο ή καθόλου με τον γονιό…
Και επειδή γονιός δεν γεννιέσαι, γίνεσαι, πρέπει να διαχειριστείς το στάδιο, της στεναχώριας ότι «χάθηκε η επαφή», ότι δεν σε αγαπά, ότι δεν σε χρειάζεται, ότι δεν δίνει καμία σημασία στις επιθυμίες σου, ότι τελικά είσαι τελευταίος στην λίστα των προτεραιοτήτων του.
Και από αυτό το σημείο και μετά αρχίζεις να διαχειρίζεσαι την μεγάλη αντίφαση της τ γονεϊκότητας.
Την εποχή που έκανε ποδήλατο ακόμη σε τέσσερις ρόδες, ευχόμασταν να μεγαλώσει και να γίνει ένας ανεξάρτητος άνθρωπος. Όταν αυτό υποψιαζόμαστε ότι συμβαίνει πονάμε
Η ψυχολογία περιγράφει αυτή τη φάση ως μια φυσιολογική αναδιοργάνωση της σχέσης γονέα και παιδιού. Δεν πρόκειται για απώλεια της αγάπης, αλλά για αλλαγή του τρόπου με τον οποίο εκφράζεται. Οι έφηβοι και οι νεαροί ενήλικες χρειάζονται περισσότερο χώρο, όχι λιγότερη αγάπη.
Ίσως, λοιπόν, η πρόκληση να μην είναι να κρατήσουμε το παιδί κοντά μας, αλλά να μάθουμε να στεκόμαστε λίγο πιο πίσω, χωρίς να πάψουμε να είμαστε διαθέσιμοι.
Για πολλούς γονείς αυτή η μετάβαση συνοδεύεται από ένα απρόσμενο ερώτημα: «Και τώρα, εγώ ποιος είμαι;»
Όταν τα παιδιά χρειάζονται λιγότερο τον χρόνο μας, μας επιστρέφεται ένα κομμάτι της ζωής που για χρόνια είχαμε αφήσει στην άκρη. Ίσως είναι η στιγμή να θυμηθούμε τα ενδιαφέροντά μας, τις φιλίες μας, τα όνειρα που περιμένουν ακόμη τη σειρά τους.
Ίσως το παιδί να μη ζητά πια να το κρατήσετε από το χέρι.
Ίσως να μη θέλει πια να το φιλάμε μπροστά στους φίλους του.
Ίσως να μην ακούμε τόσο συχνά το «μαμά» ή το «μπαμπά, έλα λίγο».
Κι όμως, μέσα του εξακολουθεί να χρειάζεται κάτι που δεν αλλάζει με την ηλικία:
Να ξέρει ότι υπάρχει κάπου ένας άνθρωπος που θα είναι πάντα εκεί.
Όχι για να λύσει όλα του τα προβλήματα.
Αλλά για να του θυμίζει ότι, όσα χρόνια κι αν περάσουν, υπάρχει ο γονιός ή οι γονείς όπου μπορεί να επιστρέψει χωρίς να χρειαστεί να αποδείξει τίποτα.

