Το είχες δίκιο μετά τη συνάντηση και η απόσταση ανάμεσα στην προσωπική συμπάθεια και την έμπρακτη επαγγελματική στήριξη
Η σύσκεψη τελειώνει. Έχεις μόλις ακούσει ν’ αποδίδεται σε εσένα μια καθυστέρηση που είχες εγκαίρως επισημάνει. Κοιτάζεις τον συνάδελφο που το γνωρίζει. Εκείνος κοιτάζει το σημειωματάριό του. Το σημειωματάριο αποκτά ξαφνικά εξαιρετικό ενδιαφέρον.
Πέντε λεπτά αργότερα, δίπλα στην καφετιέρα, σε πλησιάζει. «Είχες απόλυτο δίκιο. Δεν έπρεπε να σου μιλήσει έτσι». Χαίρεσαι φυσικά που κάποιος το κατάλαβε. Και θυμώνεις επειδή, ήταν εκεί και δεν είπε τίποτα.
Η σκηνή είναι υποθετική, αλλά το δίλημμα αναγνωρίσιμο. Πόση στήριξη προσφέρει μια συμφωνία που εκφράζεται μόνο αφού κλείσει η πόρτα; Και τι μπορούμε εύλογα να περιμένουμε από τους ανθρώπους με τους οποίους δουλεύουμε;
Η ιδιωτική συμφωνία μάς δημιουργεί προσδοκίες
Με έναν συνάδελφο μπορεί να μοιραζόμαστε καθημερινά μικρές εξομολογήσεις, την κούραση της δουλειάς, ακόμη και προσωπικές δυσκολίες. Η οικειότητα αυτή εύκολα γεννά την προσδοκία ότι, αν χρειαστεί, θα επιβεβαιώσει ένα γεγονός που γνωρίζει.
Όταν δεν το κάνει, η απογοήτευση αφορά και τη σχέση. Αναρωτιόμαστε αν είχαμε καταλάβει λάθος ότι υπήρχε πραγματική επικοινωνία. Ο καφές συνεχίζει να έχει την ίδια γεύση, αλλά η επόμενη κουβέντα μαζί του γίνεται πιο προσεκτική.
Η έρευνα για τη «φωνή» και τη σιωπή των εργαζομένων εξετάζει ακριβώς την απόφαση να εκφράσει κάποιος πληροφορίες, ανησυχίες ή απόψεις προς ανθρώπους που βρίσκονται ψηλότερα στην ιεραρχία. Η Elizabeth Morrison, σε ανασκόπησή της, επισημαίνει ότι η αποσιώπηση μπορεί να στερεί από έναν οργανισμό χρήσιμες πληροφορίες. [1]
Δεν γνωρίζουμε πάντα γιατί κάποιος σωπαίνει
Ο συνάδελφος μπορεί να φοβάται ότι θα γίνει ο επόμενος στόχος. Μπορεί να εξαρτάται από τον ίδιο προϊστάμενο για την ανανέωση της σύμβασής του. Μπορεί να αιφνιδιάστηκε ή να πίστεψε ότι μια παρέμβαση θα επιδείνωνε την κατάσταση. Υπάρχει επίσης το ενδεχόμενο να προτιμά τη δική του ησυχία. Όλα αυτά είναι πιθανές εξηγήσεις, όχι ασφαλή συμπεράσματα για έναν συγκεκριμένο άνθρωπο.
Οι Amy Edmondson και Zhike Lei περιγράφουν την ψυχολογική ασφάλεια μέσα από το πώς αντιλαμβάνονται οι άνθρωποι τις συνέπειες ενός διαπροσωπικού ρίσκου στον χώρο τους. Στη δουλειά, ένα τέτοιο ρίσκο μπορεί να είναι η έκφραση διαφωνίας. Αν περιμένεις ότι η ειλικρίνειά σου θα τιμωρηθεί ή θα σε εκθέσει, το να πάρεις τον λόγο γίνεται δυσκολότερο. [2]
Αυτό βοηθά να δούμε και το περιβάλλον. Σε μια ομάδα όπου ο επικεφαλής διακόπτει, ειρωνεύεται ή κρατά λογαριασμό για κάθε διαφωνία, η πρόσκληση «μιλήστε ελεύθερα» ακούγεται μη ρεαλιστική . Ιδίως αν όλοι θυμούνται τι συνέβη στον τελευταίο που την πήρε τοις μετρητοίς.
Μπορούμε να ζητήσουμε κάτι συγκεκριμένο
Η φράση «ποτέ δεν με στηρίζεις» ανοίγει μια μεγάλη συζήτηση για τη σχέση και συχνά οδηγεί σε άμυνα. Μια περιγραφή της στιγμής δίνει περισσότερο χώρο για καθαρή απάντηση: «Σήμερα, όταν ειπώθηκε ότι δεν είχα ενημερώσει, ήξερες ότι είχες λάβει το μήνυμά μου. Θα με βοηθούσε να το είχες επιβεβαιώσει».
Μπορούμε έπειτα να ρωτήσουμε: «Αν ξανασυμβεί, μπορείς να πεις ότι είχες ενημερωθεί;». Το αίτημα αφορά ένα γεγονός. Ο άλλος έχει την ευκαιρία να εξηγήσει τι τον δυσκόλεψε και να πει τι είναι πρόθυμος να κάνει. Κι εμείς αποκτούμε μια πιο ρεαλιστική εικόνα της συνεργασίας.
Ενδέχεται η απάντηση να μας απογοητεύσει. Είναι όμως χρήσιμο να τη γνωρίζουμε πριν οργανώσουμε την επόμενη δύσκολη συζήτηση στηριζόμενοι σε μια υπόσχεση που δεν δόθηκε ποτέ. Η συμπάθεια και η διάθεση για δημόσια παρέμβαση δεν συμπίπτουν πάντα.
Η στήριξη χωρά και σε μία πρόταση
Δεν χρειάζεται κάθε παρέμβαση να εξελιχθεί σε αντιπαράθεση. Κάποιος μπορεί να πει «Να συμπληρώσω ότι η ενημέρωση είχε σταλεί την Τρίτη» ή «Αυτό το είχαμε αποφασίσει μαζί». Μπορεί ακόμη να ζητήσει να ολοκληρώσει ο συνάδελφός του την απάντηση, όταν τον διακόπτουν.
Οι μικρές αυτές παρεμβάσεις διορθώνουν όσα ακούστηκαν μπροστά στην ομάδα. Έχουν συγκεκριμένο περιεχόμενο και μπορούν να ειπωθούν ήρεμα. Φυσικά, ακόμη και μια ήπια διόρθωση μπορεί να έχει κόστος. Καθένας αξιολογεί με τα προσωπικά του κριτήρια και τον ρόλο του και το πόσο ευάλωτος είναι.
Υπάρχει επίσης η δυνατότητα μιας μεταγενέστερης διευκρίνισης στους ανθρώπους που συμμετείχαν: «Έλεγξα την αλληλογραφία μας και η ενημέρωση είχε πράγματι σταλεί». Όταν αυτό είναι εφικτό, η στήριξη φτάνει εκεί όπου δημιουργήθηκε η λανθασμένη εντύπωση.
Πώς προστατεύουμε τη δική μας θέση
Δεν είναι εύκολο να ζητάμε κάθε φορά από κάποιον να μας υπερασπιστεί. Μπορούμε όμως να μειώσουμε την εξάρτησή μας από την προθυμία του. Μια σύντομη γραπτή επιβεβαίωση των αποφάσεων, σαφείς αρμοδιότητες και μια κοινή ενημέρωση μετά τη συνάντηση βοηθούν να υπάρχει αναφορά σε όσα συμφωνήθηκαν.
Αν το μοτίβο επαναλαμβάνεται, προσαρμόζουμε τις προσδοκίες μας. Μπορούμε να διατηρούμε καλή σχέση με έναν άνθρωπο και ταυτόχρονα να αναζητούμε αλλού συνεργάτες για μια συζήτηση που απαιτεί τεκμηριωμένη δημόσια τοποθέτηση. Δεν χρειάζεται κάθε απογοήτευση να καταλήγει σε ρήξη.
Η ευθύνη αφορά και όποιον διευθύνει τη συνάντηση. Μπορεί να ζητά τα στοιχεία πριν αποδώσει ευθύνη, να δίνει χρόνο σε μια απάντηση και να δέχεται μια διόρθωση χωρίς προσωπικές αιχμές. Έτσι η συμμετοχή γίνεται λιγότερο επικίνδυνη για όλους.
Κι αν κάποια φορά είμαστε εμείς εκείνοι που σκύψαμε στο σημειωματάριο, μπορούμε να επιστρέψουμε στη συζήτηση. Να πούμε στον συνάδελφο «ήξερα τι είχε συμβεί και δεν μίλησα» και να εξετάσουμε αν μπορούμε ακόμη να διορθώσουμε την εικόνα. Το επόμενο «είχες δίκιο» ίσως προλάβει να ακουστεί όσο οι υπόλοιποι βρίσκονται ακόμη στο δωμάτιο.


