Γράφει η Νανά Παλαιτσάκη
Δεν είναι ο πλούτος το πρόβλημα. Ούτε η επιτυχία. Ούτε η οικονομική άνεση. Άλλωστε, κάθε άνθρωπος έχει δικαίωμα να απολαμβάνει τα εισερχόμενα από την εργασία του χωρίς ν’ απολογείται σε κανέναν.
Το θέμα ξεκινάει όταν ο πλούτος παύει να είναι μια προσωπική πραγματικότητα και μετατρέπεται σε μόνιμο θέαμα. Όταν κάθε ανάρτηση γίνεται μια υπενθύμιση πολυτελών αγορών, ακριβών ταξιδιών, υπερβολικής κατανάλωσης και χρημάτων που επιδεικνύονται σχεδόν ως η απόλυτη απόδειξη προσωπικής αξίας.
Τα τελευταία χρόνια, ένα «σφυροκόπημα» επίδειξης πλούτου στα social, έχει πάρει την μορφή ψηφιακής κουλτούρας. Οι influencers δεν μοιράζονται απλώς στιγμές της ζωής τους αλλά επιδεικνύουν έναν τρόπο ζωής που έχει ως κεντρικό μήνυμα ότι η επιτυχία μετριέται αποκλειστικά με τα χρήματα.
Όταν αυτό επαναλαμβάνεται συνέχεια και με αμείωτη ένταση, αρχίζω ν’ αναρωτιέμαι γιατί υπάρχει τόση ανάγκη να παρακολουθούν όλοι: τις αστακομακαρονάδες, τις τσάντες που η αξία του φτάνει προκαταβολή για σπίτι, τις παροχές των ξενοδοχειακών συγκροτημάτων 100 αστέρων, το περιστρεφόμενο ταβάνι με εικόνες διαστήματος και άλλα πολλά.
Ας δούμε τώρα πως προσεγγίζει το θέμα η επιστήμη. Η ψυχολογία περιγράφει ότι η συνεχής αναζήτηση εξωτερικής επιβεβαίωσης μπορεί να σχετίζεται με την ανάγκη αποδοχής, την επιθυμία ενίσχυσης της αυτοεικόνας ή τη διαμόρφωση μιας δημόσιας ταυτότητας. Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι κάθε άνθρωπος που επιδεικνύει τον πλούτο του βιώνει ανασφάλεια. Ωστόσο, όταν η οικονομική επιτυχία γίνεται το βασικό στοιχείο της προσωπικής αφήγησης, είναι λογικό να αναρωτηθεί κανείς αν πίσω από την αδιάκοπη προβολή υπάρχει και η ανάγκη να πειστεί πρώτα ο ίδιος ο δημιουργός για την αξία του.
Η πραγματική επιτυχία σπάνια χρειάζεται συνεχείς αποδείξεις.
Οι άνθρωποι με ουσιαστική αυτοπεποίθηση δεν αισθάνονται διαρκώς την ανάγκη να επιβεβαιώνουν στους άλλους πόσο καλά τα έχουν καταφέρει. Αντίθετα, η συνεχής επίδειξη μπορεί να μετατρέψει τον πλούτο από μέσο ελευθερίας σε εργαλείο κοινωνικής σύγκρισης, καθώς πάντα θα υπάρχει κάποιος πιο πλούσιος από τους ίδιους.
Το φαινόμενο όμως αυτό δεν επηρεάζει μόνο εκείνους που το προβάλλουν. Επηρεάζει κυρίως όσους το παρακολουθούν. Νέοι άνθρωποι μεγαλώνουν πιστεύοντας ότι η ευτυχία έχει συγκεκριμένη τιμή, ότι η αξία τους εξαρτάται από επώνυμα αντικείμενα, πολυτελή αυτοκίνητα και εξωτικούς προορισμούς. Δημιουργείται μια ψευδαίσθηση ότι όλοι ζουν μια ζωή αφθονίας, εκτός από εκείνους.
Οι έρευνες δείχνουν ότι η συνεχής έκθεση σε εξιδανικευμένες εικόνες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης συνδέεται με αυξημένα επίπεδα κοινωνικής σύγκρισης, άγχους και μειωμένης ικανοποίησης από τη ζωή. Δεν είναι λοιπόν μόνο αισθητικό το ζήτημα· έντονα κοινωνικό.
Ίσως, το πιο εντυπωσιακό δεν είναι ότι κάποιοι έχουν πολλά χρήματα. Είναι ότι αισθάνονται την ανάγκη να το υπενθυμίζουν καθημερινά.
Γιατί ο πλούτος μπορεί να προσφέρει άνεση.
Η καλλιέργεια και το στυλ δεν αγοράζεται.
Η αξιοπρέπεια δεν φωτογραφίζεται.
Και η πραγματική επιτυχία δεν μετριέται με το πόσο συχνά χρειάζεται να την επιδεικνύεις.
Η κοινωνιολογία περιγράφει το φαινόμενο της επιδεικτικής κατανάλωσης (conspicuous consumption), έναν όρο που εισήγαγε ο οικονομολόγος και κοινωνιολόγος Thorstein Veblen το 1899. Πρόκειται για την τάση ορισμένων ανθρώπων να χρησιμοποιούν την επίδειξη πλούτου όχι για την κάλυψη πραγματικών αναγκών, αλλά ως μέσο κοινωνικής αναγνώρισης, κύρους και επιβεβαίωσης.
Στη σημερινή εποχή των social media, το φαινόμενο αυτό έχει αποκτήσει πρωτοφανείς διαστάσεις. Η δημόσια προβολή της οικονομικής άνεσης δεν λειτουργεί μόνο ως προσωπική αφήγηση· γίνεται εργαλείο σύγκρισης, επιρροής και πολλές φορές εμπορευματοποίησης της ίδιας της ζωής.
Αυτό δεν σημαίνει ότι ο πλούτος είναι κατακριτέος. Ούτε ότι η επιτυχία πρέπει να κρύβεται. Η ουσιαστική επιτυχία, όμως, δεν χρειάζεται συνεχή επιβεβαίωση. Όταν η αξία ενός ανθρώπου αρχίζει να μετριέται αποκλειστικά με όσα επιδεικνύει, υπάρχει ο κίνδυνος να χαθεί η επαφή με εκείνα που δεν αγοράζονται: η παιδεία, η ενσυναίσθηση, η αυθεντικότητα και η εσωτερική πληρότητα.
Ίσως, τελικά, η μεγαλύτερη ένδειξη πραγματικής ευημερίας να μην είναι όσα επιλέγουμε να δείξουμε, αλλά όσα δεν αισθανόμαστε την ανάγκη να αποδείξουμε.


