Υπάρχουν μήνες που περνούν σχεδόν αθόρυβα μέσα στο ημερολόγιο. Και υπάρχει ο Αύγουστος.
Ο μήνας που για τους Έλληνες δεν υπήρξε ποτέ απλώς ο όγδοος μήνας του χρόνου. Είναι διακοπές και επιστροφή, πανηγύρια και άδεια πόλη, μεσημέρια που μοιάζουν ατελείωτα, νύχτες κάτω από το φεγγάρι. Είναι η κορύφωση του καλοκαιριού και, την ίδια στιγμή, η πρώτη ανεπαίσθητη υποψία ότι το καλοκαίρι κάποτε τελειώνει.
Ίσως γι’ αυτό ο Αύγουστος έχει αφήσει τόσο έντονα τα ίχνη του στις παροιμίες, στην ποίηση και στο ελληνικό τραγούδι. Κάθε εποχή τού έδωσε τη δική της σημασία.
Ο Αύγουστος της λαϊκής σοφίας
Για την παλιά αγροτική κοινωνία, ο Αύγουστος δεν ήταν πρωτίστως μήνας διακοπών. Ήταν μήνας της γης, της σοδειάς, του σταφυλιού, των καρπών και της προετοιμασίας για όσα θα ακολουθούσαν.
«Αύγουστε, καλέ μου μήνα, να ’σουν δυο φορές τον χρόνο», λέει μία από τις γνωστότερες παροιμίες.
Η ευχή δεν είναι τυχαία. Ο Αύγουστος συνδέθηκε με την αφθονία, με τα ώριμα φρούτα και τα αμπέλια, με μια φύση που προσφέρει απλόχερα όσα προετοίμαζε τους προηγούμενους μήνες.
Κι όμως, μέσα στην καρδιά αυτής της αφθονίας, η λαϊκή σοφία διέκρινε ήδη την αλλαγή της εποχής:
«Από Αύγουστο χειμώνα κι από Μάρτη καλοκαίρι».
Μπορεί ο ήλιος να καίει ακόμη, αλλά οι μέρες μικραίνουν. Κάτι αρχίζει να αλλάζει. Ο Αύγουστος είναι επομένως ένας μήνας παράξενα διπλός: γιορτάζει αυτό που βρίσκεται στην ακμή του και ταυτόχρονα μας θυμίζει ότι τίποτα δεν μένει για πάντα.
Όταν ο Αύγουστος γίνεται ποίηση
Αυτή ακριβώς η αντίφαση είναι ίσως που τον έκανε τόσο γοητευτικό και για τους ποιητές.
Στην ελληνική ποίηση, το καλοκαίρι δεν είναι μόνο μια εποχή. Είναι φως, θάλασσα, σώμα, μνήμη, παιδική ηλικία, επιθυμία. Και ο Αύγουστος γίνεται συχνά το σκηνικό όπου όλα αυτά φτάνουν στην πιο έντονη εκδοχή τους.
Στον Γιάννη Ρίτσο συναντάμε τον Αύγουστο και το αυγουστιάτικο τοπίο μέσα από εικόνες της ελληνικής υπαίθρου, του μεσημεριού και της φύσης. Στον ποιητικό κόσμο του Οδυσσέα Ελύτη, πάλι, ακόμη και όταν ο μήνας δεν κατονομάζεται, δύσκολα δεν αναγνωρίζει κανείς εκείνο το ελληνικό καλοκαίρι: το εκτυφλωτικό φως, το Αιγαίο, τον ήλιο, το γυμνό τοπίο, την αίσθηση μιας Ελλάδας σχεδόν μυθικής.
Ίσως τελικά ο Αύγουστος να είναι από μόνος του μια ποιητική συνθήκη. Έχει την υπερβολή που χρειάζεται η ποίηση: περισσότερο φως, περισσότερη ζέστη, περισσότερη σιωπή. Και, καθώς πλησιάζει στο τέλος του, περισσότερη νοσταλγία.
Ο Αύγουστος που έγινε τραγούδι
Και ύστερα έρχεται το ελληνικό τραγούδι.
Εκεί ο Αύγουστος αποκτά μια ακόμη διάσταση: γίνεται έρωτας.
Δύσκολα ακούει κανείς τη λέξη «Αύγουστος» στην ελληνική μουσική χωρίς να σκεφτεί τον Νίκο Παπάζογλου. Το ομώνυμο τραγούδι του, που κυκλοφόρησε στο «Χαράτσι» το 1984, έμελλε να γίνει ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα ελληνικά τραγούδια που συνδέθηκαν με το καλοκαίρι.
Πίσω του υπήρχε μια προσωπική ιστορία. Μετά τον μεγάλο σεισμό της Θεσσαλονίκης το 1978, ο Παπάζογλου είχε φύγει με την οικογένειά του από την πόλη και εκείνη την περίοδο γεννήθηκε ένας έρωτας που, όπως ο ίδιος αφηγήθηκε αργότερα, δεν μπορούσε να έχει συνέχεια. Έτσι ο Αύγουστος του τραγουδιού δεν είναι απλώς ένας μήνας. Είναι η ανάμνηση μιας στιγμής που ήταν όμορφη ακριβώς επειδή δεν μπορούσε να κρατήσει.
Και ίσως εκεί κρύβεται ο λόγος που το τραγούδι εξακολουθεί να μας συγκινεί τόσα χρόνια αργότερα.
Γιατί ο Αύγουστος στη μουσική μας δεν είναι μόνο παραλία και ανεμελιά. Είναι τα καλοκαίρια που θυμόμαστε, οι άνθρωποι που κάποτε ήταν δίπλα μας, οι έρωτες που έμειναν σε ένα νησί ή σε μια άλλη ηλικία, οι νύχτες που τότε μας φαίνονταν ατελείωτες.
Ο μήνας που νοσταλγούμε πριν ακόμη τελειώσει
Από τις παροιμίες των ανθρώπων της υπαίθρου μέχρι τους στίχους των ποιητών και τα τραγούδια που ακούμε ακόμη στις καλοκαιρινές μας διαδρομές, ο Αύγουστος αλλάζει πρόσωπα αλλά διατηρεί κάτι σταθερό.
Είναι ο μήνας της πληρότητας και συγχρόνως της προσμονής ενός τέλους.
Ίσως γι’ αυτό να γράψαμε και να τραγουδήσαμε τόσο πολύ γι’ αυτόν. Γιατί ο Αύγουστος έχει ένα παράξενο χάρισμα που κανένας άλλος μήνας δεν έχει με τον ίδιο τρόπο:
Ενώ είναι ακόμη εδώ, έχουμε ήδη αρχίσει να τον νοσταλγούμε.

