Η γυναίκα που προτιμά την ηρεμία του σπιτιού, ένα βιβλίο, μια βόλτα ή μια δραστηριότητα που αγαπά αντί για μια ακόμη κοινωνική υποχρέωση δεν σημαίνει απαραίτητα ότι «γερνάει» ή απομονώνεται. Μπορεί απλώς να έχει κατακτήσει κάτι που στα νεότερα χρόνια ήταν δυσκολότερο: το δικαίωμα να επιλέγει πού, πώς και με ποιους θα διαθέσει τον χρόνο της.
Της Δανάης Πατρικίου
«Δεν έχω πια την υπομονή που είχα».
«Δεν θέλω να βγω μόνο και μόνο επειδή πρέπει».
«Προτιμώ να μείνω σπίτι».
«Δεν αντέχω πια ανθρώπους που με εξαντλούν».
Φράσεις που πολλές γυναίκες αρχίζουν να λένε και ίσως περισσότερο να παραδέχονται μετά τα 50.
Και κάπου εκεί εμφανίζεται σχεδόν αυτόματα η ερμηνεία: «Μεγαλώνω…»
Είναι γιατί «Μεγαλώνουμε» ή μήπως έχουμε μικρότερη ανοχή στις ανούσιες συναναστροφές, στις σχέσεις που μας κουράζουν και στις κοινωνικές υποχρεώσεις που δεν επιθυμούμε. Αυτό δεν είναι χαρακτηριστικό γήρανσης είναι χαρακτηριστικό ωριμότητας.
Μήπως, μεγαλώνοντας αρχίζουμε να καταλαβαίνουμε καλύτερα κάτι που στα 25 ή στα 35 μας ήταν πολύ δυσκολότερο: ότι ο χρόνος και η ψυχική μας ενέργεια δεν είναι ανεξάντλητα;
Όταν το «δεν θέλω να βγω» παύει να χρειάζεται δικαιολογία
Υπάρχει μια ολόκληρη κοινωνική εκπαίδευση πίσω από το «πρέπει».
Πρέπει να πάμε στη συγκέντρωση.
Πρέπει να απαντήσουμε στο τηλέφωνο.
Πρέπει να διατηρήσουμε μια σχέση επειδή γνωριζόμαστε είκοσι χρόνια.
Πρέπει να δεχτούμε την πρόσκληση.
Πρέπει να είμαστε διαθέσιμες.
Και για πολλές γυναίκες υπάρχει ένα επιπλέον φορτίο: να μη δυσαρεστήσουν.
Να είναι καλές φίλες, καλές σύντροφοι, καλές μητέρες, καλές συνάδελφοι. Να ακούσουν. Να καταλάβουν. Να συμβιβάσουν. Να φροντίσουν.
Κάποια στιγμή όμως μπορεί να εμφανιστεί μια διαφορετική ερώτηση:
«Εγώ θέλω;»
Και αυτή η μικρή ερώτηση μπορεί να αλλάξει πολλά.
Μήπως δεν γινόμαστε αντικοινωνικές; Μήπως γινόμαστε πιο επιλεκτικές;
Η ψυχολογία της γήρανσης έχει εδώ και δεκαετίες μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα θεωρία.
Η καθηγήτρια Ψυχολογίας του Stanford Laura Carstensen ανέπτυξε τη λεγόμενη Socioemotional Selectivity Theory.
Σε πολύ απλά λόγια, η θεωρία υποστηρίζει ότι καθώς μεταβάλλεται η αντίληψή μας για τον χρόνο που έχουμε μπροστά μας, αλλάζουν και οι προτεραιότητές μας.
Όταν αισθανόμαστε ότι ο χρόνος είναι σχεδόν απεριόριστος, έχουμε μεγαλύτερο κίνητρο να εξερευνούμε, να γνωρίζουμε νέους ανθρώπους, να συλλέγουμε εμπειρίες και πληροφορίες. Όταν όμως αντιλαμβανόμαστε τον χρόνο ως περισσότερο πολύτιμο και πεπερασμένο, τείνουμε να επενδύουμε περισσότερο σε ό,τι έχει συναισθηματικό νόημα τώρα.
Αυτό μπορεί να σημαίνει λιγότερες αλλά ουσιαστικότερες σχέσεις.
Δεν σημαίνει απαραίτητα ότι αγαπάμε λιγότερο τους ανθρώπους.
Μπορεί να σημαίνει ότι επιλέγουμε περισσότερο τους ανθρώπους που αγαπάμε.
Το σπίτι δεν είναι υποχρεωτικά «απόσυρση»
Υπάρχει επίσης ένα στερεότυπο που αξίζει να αμφισβητήσουμε.
Μια γυναίκα 30 ετών που περνά το Σάββατο βράδυ διαβάζοντας μπορεί να χαρακτηριστεί ανεξάρτητη.
Μια γυναίκα 60 ετών που κάνει ακριβώς το ίδιο κινδυνεύει να ακούσει: «Κλείνεσαι πολύ στο σπίτι». Γιατί; Το σπίτι μπορεί πράγματι να γίνει χώρος απομόνωσης. Μπορεί όμως να είναι και χώρος ελευθερίας.
Μπορεί να είναι το μέρος όπου κάποια διαβάζει, γράφει, μαγειρεύει, ακούει μουσική, βλέπει μια ταινία, ασχολείται με τα φυτά της, δημιουργεί, γυμνάζεται ή απλώς απολαμβάνει την ησυχία.
Το κρίσιμο στοιχείο δεν είναι πού βρίσκεται. Είναι γιατί βρίσκεται εκεί.
Άλλο μοναξιά, άλλο μοναχικότητα
Εδώ βρίσκεται ίσως η σημαντικότερη διάκριση. Στην καθημερινή γλώσσα χρησιμοποιούμε συχνά τις έννοιες σαν να είναι ίδιες. Δεν είναι.
Η μοναξιά είναι η δυσάρεστη αίσθηση ότι οι κοινωνικές και συναισθηματικές σχέσεις που έχουμε δεν είναι αυτές που θα θέλαμε.
Η επιλεγμένη μοναχικότητα, αντίθετα, είναι ο χρόνος που αποφασίζουμε να περάσουμε μόνοι επειδή τον επιθυμούμε.
Μπορεί ένας άνθρωπος να βρίσκεται μόνος και να μην αισθάνεται καθόλου μοναξιά. Και μπορεί να βρίσκεται ανάμεσα σε είκοσι ανθρώπους και να αισθάνεται βαθιά μόνος.
Αυτή η διάκριση είναι καθοριστική. Σε έρευνα με ενήλικες ηλικίας 50 έως 85 ετών, το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου που οι συμμετέχοντες περνούσαν μόνοι αποτελούσε δική τους επιλογή. Η ηλικία, μάλιστα, φάνηκε να διαφοροποιεί τον τρόπο με τον οποίο βίωναν αυτή τη μοναχικότητα.
Η επιστημονική βιβλιογραφία δείχνει επίσης ότι όταν ο χρόνος είναι επιλογή και όχι επιβολή, μπορεί να βιώνεται με θετικότερο τρόπο.
Η πολυτέλεια του «όχι»
Ίσως, λοιπόν, αυτό που αλλάζει μεγαλώνοντας να μην είναι μόνο η αντοχή μας στους ανθρώπους.
Αλλά η σχέση μας με το «όχι».
Στα 25 μπορεί να πάμε κάπου επειδή φοβόμαστε ότι διαφορετικά θα χάσουμε κάτι.
Στα 35 επειδή δεν θέλουμε να παρεξηγηθούμε.
Στα 45 επειδή «έτσι πρέπει».
Και κάποια στιγμή μπορεί να συνειδητοποιήσουμε ότι ένα βράδυ που περάσαμε κάνοντας κάτι που πραγματικά μας ευχαριστεί δεν είναι ένα βράδυ που χάσαμε.
Είναι χρόνος που επιλέξαμε.
Αυτό δεν σημαίνει ότι μετά τα 50 όλες οι γυναίκες γίνονται ίδιες. Ούτε ότι υπάρχει κάποια μαγική ηλικία στην οποία ξαφνικά αποκτούμε αυτογνωσία.
Υπάρχουν γυναίκες 70 ετών που λατρεύουν την πολυκοσμία και γυναίκες 30 ετών που χρειάζονται περισσότερο προσωπικό χώρο.
Η προσωπικότητα, οι εμπειρίες, οι σχέσεις, η εργασία, η υγεία και οι συνθήκες ζωής έχουν τεράστια σημασία. Η ηλικία δεν γράφει ένα ενιαίο σενάριο.
Μπορεί όμως να μας δώσει κάτι πολύτιμο: εμπειρία επιλογής.
Και οι άνθρωποι που μας εξαντλούν;
Εδώ υπάρχει κάτι ακόμη που δύσκολα μετριέται με μια ηλικία.
Με τα χρόνια αποκτούμε περισσότερα δεδομένα.
Έχουμε ξαναδεί τη σχέση που λειτουργεί μονόπλευρα.
Τον άνθρωπο που τηλεφωνεί μόνο όταν χρειάζεται κάτι.
Τη συνάντηση από την οποία επιστρέφουμε εξαντλημένες.
Την παρέα μέσα στην οποία πρέπει διαρκώς να υποδυόμαστε μια εκδοχή του εαυτού μας.
Τη σχέση στην οποία το «να μη χαλάσουμε τις ισορροπίες» σημαίνει συνήθως ότι χαλάμε τις δικές μας.
Ίσως, λοιπόν, η μικρότερη ανοχή να μην είναι πάντα ευερεθιστότητα.
Μπορεί να είναι αναγνώριση ενός μοτίβου που έχουμε ξαναζήσει.
Δεν χρειάζεται να δοκιμάσουμε για δέκατη φορά κάτι για να μάθουμε αυτό που μας δίδαξαν οι προηγούμενες εννέα.
Υπάρχει όμως και μια λεπτή κόκκινη γραμμή
Θα ήταν λάθος να παρουσιάσουμε κάθε απομάκρυνση από τους ανθρώπους ως ωριμότητα. Η κοινωνική σύνδεση παραμένει σημαντική για την ψυχική και τη σωματική υγεία σε όλη τη διάρκεια της ζωής. Η χρόνια κοινωνική απομόνωση και η ανεπιθύμητη μοναξιά έχουν συσχετιστεί με δυσμενείς επιπτώσεις στην υγεία και στην ευεξία.
Γι’ αυτό ίσως η ουσιαστική ερώτηση δεν είναι:
«Πόσους ανθρώπους έχω γύρω μου;»
Αλλά:
«Είμαι μόνη επειδή το επιλέγω ή επειδή δεν έχω κανέναν στον οποίο μπορώ να στραφώ;»
Υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα στο: «Απόψε θέλω να μείνω σπίτι»
και στο: «Δεν έχω κανέναν να πάρω τηλέφωνο».
Ανάμεσα στο:«Δεν θέλω πια αυτή τη σχέση» και στο: «Δεν θέλω καμία σχέση».
Ανάμεσα στην ηρεμία και στην παραίτηση.
Πότε η επιλογή χρειάζεται περισσότερη προσοχή;
Ίσως όταν τα πράγματα που κάποτε μας ευχαριστούσαν παύουν να μας ενδιαφέρουν.
Όταν δεν αποφεύγουμε συγκεκριμένες κουραστικές σχέσεις αλλά σχεδόν κάθε ανθρώπινη επαφή.
Όταν το σπίτι δεν είναι καταφύγιο αλλά μέρος στο οποίο κρυβόμαστε.
Όταν η μοναχικότητα δεν μας ξεκουράζει αλλά μας βαραίνει.
Όταν θέλουμε επικοινωνία αλλά δεν μπορούμε να την αναζητήσουμε.
Τότε το ζήτημα δεν είναι «μεγαλώνω».
Είναι ένα συναίσθημα που αξίζει να ακούσουμε.
Δεν χρειάζεται να αποδείξουμε ότι έχουμε ζωή
Ίσως υπάρχει και κάτι βαθύτερο πίσω από όλα αυτά.
Για χρόνια μάθαμε να μετράμε μια «γεμάτη ζωή» με εξωτερικά σημάδια.
Πόσους φίλους έχουμε. Πόσες προσκλήσεις δεχόμαστε. Πού βγήκαμε.
Πόσο απασχολημένες είμαστε. Πόσοι μας τηλεφωνούν.
Στην εποχή των social media αυτή η αντίληψη έγινε ακόμη εντονότερη. Η κοινωνικότητα δεν βιώνεται μόνο. Προβάλλεται.
Αλλά μια γεμάτη ζωή δεν χρειάζεται απαραίτητα κοινό.
Μπορεί να περιλαμβάνει τρεις πολύ αγαπημένους ανθρώπους αντί για τριάντα γνωστούς.
Μπορεί να περιλαμβάνει ένα ήσυχο πρωινό.
Ένα ταξίδι χωρίς μεγάλη παρέα.
Μια δραστηριότητα που δεν ενδιαφέρει κανέναν άλλο.
Ένα βιβλίο.
Έναν περίπατο.
Ή ακόμη και μερικές ώρες στις οποίες δεν συμβαίνει απολύτως τίποτα.
Ίσως τελικά δεν έχουμε λιγότερη ανοχή. Έχουμε περισσότερη επιλογή
Το να μεγαλώνουμε αναπόφευκτα αλλάζει πολλά.
Δεν χρειάζεται όμως κάθε αλλαγή στις κοινωνικές μας προτιμήσεις να ερμηνεύεται ως απώλεια.
Μερικές φορές το μικρότερο κοινωνικό μας σύμπαν μπορεί να είναι ένα πιο επιλεγμένο σύμπαν.
Και ίσως το πραγματικό προνόμιο της ηλικίας να μην είναι ότι παύουμε να έχουμε ανάγκη τους άλλους.
Τους έχουμε.
Είναι ότι μπορούμε σταδιακά να ξεχωρίζουμε καλύτερα ποιους έχουμε ανάγκη, ποιους θέλουμε και ποιους κρατούσαμε στη ζωή μας μόνο από συνήθεια, φόβο ή υποχρέωση.
Η γυναίκα που κλείνει την πόρτα του σπιτιού της, βάζει τη μουσική που αγαπά και απολαμβάνει ένα βράδυ χωρίς παρέα δεν είναι απαραίτητα μια γυναίκα που «γερνάει».
Μπορεί να είναι μια γυναίκα που, για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια, δεν αισθάνεται ότι πρέπει να δικαιολογήσει σε κανέναν τον τρόπο με τον οποίο θέλει να περάσει τον χρόνο της.
Και ίσως αυτό να μην είναι απόσυρση από τη ζωή.
Ίσως να είναι ένας διαφορετικός τρόπος να την επιλέγεις.
Πηγές – ενδεικτική βιβλιογραφία
- Carstensen LL, Isaacowitz DM, Charles ST. Taking time seriously: A theory of socioemotional selectivity. American Psychologist.
- Stanford University – Laura L. Carstensen, Socioemotional Selectivity Theory.
- Lay JC et al. Έρευνα για την επιλεγμένη μοναχικότητα σε ενήλικες ηλικίας 50–85 ετών.
- Έρευνες για τη σχέση μεταξύ επιλογής, μοναχικότητας και συναισθηματικής ευεξίας σε μεγαλύτερους ενήλικες.
- World Health Organization – Social connection, loneliness and social isolation.


