Με αφορμή το βιβλίο «Η Λάμψη τους… Η Δύναμή μας!», η δημοσιογράφος μιλά για τις συναντήσεις που τη σημάδεψαν, την ανθρωπιά της Διδώς Σωτηρίου και όσα μπορούν να προσφέρουν οι ιστορίες των άλλων στη δική μας ζωή.
Συνέντευξη στη Νανά Παλαιτσάκη
Τι μένει από μια συνέντευξη όταν περάσουν τα χρόνια; Μια φράση, μια χειρονομία, ο τρόπος με τον οποίο ένας άνθρωπος μίλησε για όσα τον πλήγωσαν; Για την Εύα Ντελιδάκη, οι συναντήσεις της δημοσιογραφικής της διαδρομής εξακολουθούν να έχουν θέση στη ζωή της. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει η Διδώ Σωτηρίου: η απλότητά της, η ζεστασιά της και η επιμονή της να υπερασπίζεται τη μνήμη και τη δικαιοσύνη.

Στο βιβλίο της «Η Λάμψη τους… Η Δύναμή μας!», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΕΛΛΩΔΙΑ, η δημοσιογράφος συγκεντρώνει προσωπικές συνεντεύξεις με δεκαεννέα ανθρώπους των γραμμάτων, της μουσικής, του θεάτρου, του κινηματογράφου και της δημοσιογραφίας. Τις συνδέει με ερωτήσεις και ασκήσεις αυτογνωσίας, προσκαλώντας τον αναγνώστη να σκεφτεί τη δική του διαδρομή μέσα από τις εμπειρίες τους.
Στις σελίδες του συναντώνται η Χάρις Αλεξίου, ο Νικηφόρος Βρεττάκος, ο Φρέντυ Γερμανός, ο Γιάννης Δαλιανίδης, ο Γιώργος Ζαμπέτας, ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Μάνος Κατράκης, ο Χάρρυ Κλυνν, ο Γιώργος Κωνσταντίνου, η Μαρίζα Κωχ, ο Φώτης Μεταξόπουλος, ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, ο Μέντης Μποσταντζόγλου, ο Λευτέρης Παπαδόπουλος, η Δήμητρα Παπαδοπούλου, ο Μίμης Πλέσσας, ο Ευγένιος Σπαθάρης, η Διδώ Σωτηρίου και ο Ζάχος Χατζηφωτίου.
Μιλώντας μου, η Εύα Ντελιδάκη αποφεύγει να εξιδανικεύσει τις δυσκολίες που έζησαν οι άνθρωποι αυτοί. «Ο πόνος δεν είναι από μόνος του αρετή», επισημαίνει. Εκείνο που την ενδιαφέρει είναι τι κατορθώνει να διασώσει ο άνθρωπος μέσα στις δοκιμασίες του και πώς η αφήγηση μιας ζωής μπορεί να βοηθήσει κάποιον άλλο να βρει τον δικό του δρόμο.
Εύα, μέσα από τη δημοσιογραφική σου διαδρομή συνάντησες ανθρώπους που πέρασαν πόλεμο, φτώχεια, εξορία, ξεριζωμό και απόρριψη και παρ’ όλα αυτά άφησαν πίσω τους ένα τεράστιο αποτύπωμα. Υπήρξε κάποιος από αυτούς που, χρόνια μετά τη συνέντευξή σας, εξακολουθεί να «ζει» μέσα σου; Και τι ήταν αυτό που σου δίδαξε προσωπικά;
Είναι πολύ δύσκολο να επιλέξω έναν από όλους αυτούς τους σημαντικούς ανθρώπους που είχα την ευλογία να γνωρίσω, να μου εξομολογηθούν και να συναναστραφώ. Είναι γύρω στα τριακόσια ονόματα. Αν, όμως, πρέπει να ξεχωρίσω έναν άνθρωπο από τους δεκαεννέα του πρώτου μου αυτογνωσιακού βιβλίου, είναι η Διδώ Σωτηρίου.
Αυτό που θυμάμαι πιο έντονα από εκείνη είναι η απλότητά της. Ήταν τόσο προσιτή, τόσο ζεστή, τόσο αληθινή, που ένιωθες πως θα μπορούσε να είναι η μητέρα σου, η γειτόνισσά σου, ένας δικός σου άνθρωπος που σε καλωσορίζει στο σπίτι του. Κι αυτή η οικειότητα ήταν συγκλονιστική, αν σκεφτόσουν πόσα είχε ζήσει.
Μπροστά μου ξεδιπλώθηκε μια γυναίκα που είχε γνωρίσει από πρώτο χέρι τις μεγάλες πληγές της Ιστορίας. Τον ξεριζωμό της Μικράς Ασίας, την προσφυγιά που, όπως μου είπε, τη γνώρισε δύο φορές, τη φτώχεια και τις ταπεινώσεις, τον φασισμό, την Κατοχή, την Αντίσταση, τον Εμφύλιο, τις διώξεις της δικτατορίας. Την Ιστορία την είχε ζήσει στο πετσί της. Και γι’ αυτό, όταν μιλούσε, ένιωθες πως κάθε λέξη της είχε πίσω της μια ζωή ολόκληρη.
Αυτό που με συγκίνησε βαθιά ήταν πως όλος αυτός ο πόνος δεν την είχε κάνει να κλειστεί στον εαυτό της. Τον είχε μετατρέψει σε γραφή, σε μαρτυρία, σε ανάγκη να μη χαθούν οι άνθρωποι και οι αγώνες τους μέσα στη λήθη. Έγραφε για όσα δεν έπρεπε να ξεχάσουμε.
Θυμάμαι πόσο αγαπούσε την κλασική μουσική. Μου είχε πει πως, όταν έγραφε, ήθελε να την ακούει. Κι εγώ είχα τη χαρά να της την προσφέρω μέσα από τη ραδιοφωνική μου εκπομπή, τις «Εξομολογήσεις». Όταν της έβαλα τη μουσική που αγαπούσε, συγκινήθηκε. Αυτή η στιγμή έχει μείνει μέσα μου πολύ τρυφερά. Ένιωσα πως η δημοσιογραφική συνάντηση έγινε μια ανθρώπινη επικοινωνία, μια μικρή εξομολόγηση ανάμεσα σε δύο ανθρώπους.
Και υπήρχε κάτι ακόμη που τη φλόγιζε: ο Μίκης Θεοδωράκης και η μουσική που συνδέθηκε με την Αντίσταση, με τους Λαμπράκηδες, με τους αγώνες και τις ελπίδες μιας ολόκληρης εποχής. Μιλούσε με ιδιαίτερη συγκίνηση για τη δύναμη που είχαν τα τραγούδια του να συνοδεύουν τον λαό στους αγώνες του. Για εκείνη, η μουσική ήταν μνήμη και συλλογικό βίωμα.
Η στάση ζωής της ήταν αδιαχώριστη από το έργο της. Είχε επιλέξει τον αγώνα για μια καλύτερη ζωή, με πίστη στην ανθρωπιά, στην ειρήνη και στη δικαιοσύνη. Παρέμεινε πιστή σε όσα θεωρούσε ανθρώπινα και δίκαια, ακόμη κι όταν αυτό σήμαινε δύσκολες ανηφοριές.
Ξέρεις τι μου δίδαξε προσωπικά η Διδώ Σωτηρίου; Ότι το μεγαλείο δεν χρειάζεται να υψώνει τη φωνή του. Μπορεί να βρίσκεται στην απλότητα ενός ανθρώπου, στη συγκίνησή του όταν ακούει μια αγαπημένη μελωδία, στην επιμονή του να υπερασπίζεται τη μνήμη και τη δικαιοσύνη.
Και ως δημοσιογράφο μού θύμισε κάτι που θεωρώ πολύτιμο: πηγαίνουμε σε μια συνέντευξη για να συναντήσουμε έναν άνθρωπο. Να ακούσουμε όσα λέει και όσα έχει ζήσει. Να καταλάβουμε τι τον πόνεσε, τι τον κράτησε όρθιο, τι δεν δέχτηκε να προδώσει.
Αν έπρεπε να κρατήσω μία μόνο παρακαταθήκη από τη συνάντησή μας, θα ήταν αυτή: να μη χάσουμε ποτέ την ανθρωπιά μας. Να μη συνηθίσουμε τον πόνο των άλλων. Να μη θεωρήσουμε ποτέ την αδικία κάτι φυσιολογικό. Και να θυμόμαστε πως ο άνθρωπος έχει τη δύναμη να μετατρέψει την πληγή του σε μνήμη, τη μνήμη σε λόγο και τον λόγο σε αντίσταση απέναντι στη λήθη.
Σήμερα μιλάμε διαρκώς για αυτοβελτίωση και ψυχική ανθεκτικότητα. Εσύ επέλεξες να αναζητήσεις τη δύναμη στις ζωές ανθρώπων που δοκιμάστηκαν πραγματικά. Τι πιστεύεις ότι μπορούν να μάθουν από αυτούς οι νεότερες γενιές, που μεγαλώνουν μέσα σε μια διαφορετική, αλλά επίσης αβέβαιη εποχή;
Νανά, νομίζω ότι έχουμε κάπως παρεξηγήσει την έννοια της δύναμης. Σήμερα μιλάμε πολύ για αυτοβελτίωση, για το πώς θα γίνουμε καλύτεροι, πιο αποτελεσματικοί, πιο επιτυχημένοι. Σαν να είναι η ζωή ένας διαρκής αγώνας στον οποίο πρέπει πάντα να νικάμε.
Μέσα από τη δημοσιογραφική μου διαδρομή είχα την τύχη να συναντήσω ανθρώπους με εντελώς διαφορετικές προσωπικότητες και εμπειρίες. Καθένας τους είχε τη δική του ιστορία, τον δικό του τρόπο να βλέπει τον κόσμο, τις δικές του αγωνίες και μάχες. Αυτό που έμαθα είναι ότι δεν υπάρχει μία συνταγή για να σταθείς όρθιος στη ζωή. Υπάρχουν, όμως, άνθρωποι που μέσα από όσα έζησαν μας αφήνουν έναν τρόπο σκέψης, μια στάση ζωής, ένα παράδειγμα.
Και δεν πιστεύω ότι πρέπει να εξιδανικεύουμε τις δυσκολίες. Ο πόνος δεν είναι από μόνος του αρετή και κανείς δεν χρειάζεται να υποφέρει για να αποδείξει την αξία του. Εκείνο που έχει σημασία είναι τι κατορθώνει να διασώσει μέσα του ο άνθρωπος, ακόμη και στις δύσκολες στιγμές. Την αξιοπρέπειά του; Την ευαισθησία του; Την αγάπη του για τη δημιουργία; Την ικανότητά του να επικοινωνεί με τους άλλους;
Αυτά θεωρώ ότι έχουν να προσφέρουν οι άνθρωποι που γνώρισα στις νεότερες γενιές, μέσα από την ίδια τους τη διαδρομή. Όταν ακούς έναν άνθρωπο να μιλά αληθινά για τη ζωή του, ανακαλύπτεις ότι πίσω από κάθε επιτυχία μπορεί να υπάρχουν αμφιβολίες, πίσω από κάθε δημιουργία ένας αγώνας, πίσω από κάθε χαμόγελο μια εμπειρία που δεν γνωρίζεις.
Θα ήθελα, λοιπόν, οι νέοι να μην αισθάνονται ότι είναι υποχρεωμένοι να είναι διαρκώς δυνατοί, να πετυχαίνουν, να ανταποκρίνονται σε όλα και να συγκρίνονται με τους άλλους. Να καταλάβουν ότι έχουν δικαίωμα να φοβούνται, να αποτυγχάνουν, να αλλάζουν δρόμο, να ζητούν βοήθεια. Η δύναμη βρίσκεται και στο να αναγνωρίζεις πότε χρειάζεσαι έναν άνθρωπο δίπλα σου.
Και κάτι ακόμη: να μη μετρούν τη ζωή αποκλειστικά με όρους επιτυχίας και αναγνωρισιμότητας. Να αναζητούν αυτό που δίνει νόημα στη δική τους ζωή. Να καλλιεργούν την ευαισθησία τους, να παραμένουν περίεργοι για τον κόσμο, να μη φοβούνται τη διαφορετικότητα και να μην αντιμετωπίζουν τον διπλανό τους σαν αντίπαλο.
Αν κάτι μου έμαθαν αυτές οι συναντήσεις, είναι ότι κάθε άνθρωπος είναι ένας ολόκληρος κόσμος. Όταν του δώσεις πραγματικά τον χώρο να μιλήσει, μπορεί να σου αποκαλύψει πράγματα που δεν θα μάθαινες από κανένα εγχειρίδιο αυτοβελτίωσης.
Ίσως η πιο ουσιαστική μορφή ανθεκτικότητας να είναι να μπορείς να συνεχίζεις χωρίς να χάνεις την επαφή με τον εαυτό σου, να δημιουργείς χωρίς να ξεχνάς τους άλλους και να προχωράς χωρίς να χρειάζεται να πατάς πάνω σε κανέναν.
Αυτό θα ήθελα να κρατήσουν οι νεότεροι: δεν χρειάζεται να γίνουν αντίγραφα κανενός από τους ανθρώπους που θαυμάζουν. Χρειάζεται να ακούσουν τις ιστορίες τους, να κρατήσουν ό,τι τους αγγίζει και να βρουν τον δικό τους δρόμο. Γιατί η ζωή δεν μας ζητά να γίνουμε όλοι ήρωες. Μας ζητά να ανακαλύψουμε ποιοι είμαστε και τι αξίζει να υπερασπιστούμε.


