Συνέντευξη: Νανά Παλαιτσάκη
Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Κλινικών Μελετών, που τιμάται κάθε χρόνο στις 20 Μαΐου συνομίλησα με την κυρία Ελευθερία Χατζημιχαήλ, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Αιματολογίας στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, με πολύ σημαντική κλινική και ερευνητική δραστηριότητα στον χώρο της αιματολογίας και της κλινικής έρευνας, για τον καθοριστικό ρόλο που διαδραματίζουν οι κλινικές μελέτες στη σύγχρονη ιατρική και ιδιαίτερα στην αιματολογία.
Σε μια εποχή όπου η επιστημονική πρόοδος οδηγεί σε νέες στοχευμένες θεραπείες και καινοτόμες θεραπευτικές προσεγγίσεις, η κλινική έρευνα αποτελεί τη γέφυρα που μετατρέπει την επιστημονική γνώση σε πραγματική ελπίδα για τους ασθενείς. Η κυρία Χατζημιχαήλ μιλά για τις προκλήσεις, τις δυνατότητες και τις προοπτικές των κλινικών μελετών στη χώρα μας, απαντώντας παράλληλα σε σημαντικά ερωτήματα γύρω από την ενημέρωση των ασθενών, την εμπιστοσύνη του κοινού και το μέλλον της κλινικής έρευνας στην Ελλάδα.
Ερώτηση: Θα ξεκινήσω με κάτι βασικό. Τι είναι κυρία Χατζημιχαήλ οι Κλινικές Μελέτες;
Ε. Χ.: «Οι κλινικές μελέτες είναι οργανωμένες επιστημονικές έρευνες που πραγματοποιούνται με τη συμμετοχή ασθενών ή υγιών εθελοντών, με σκοπό να απαντήσουν σε σημαντικά ιατρικά ερωτήματα. Μπορεί να αξιολογούν ένα νέο φάρμακο, έναν νέο θεραπευτικό συνδυασμό, μία διαφορετική στρατηγική παρακολούθησης ή ακόμη και νέους τρόπους διάγνωσης και πρόληψης. Δεν πρόκειται για «πειράματα», αλλά για το αποκορύφωμα μιας μακράς ερευνητικής πορείας που ξεκινά από το εργαστήριο.
Ερώτηση: Πόσο σημαντικές είναι σήμερα στην εξέλιξη της αιματολογίας και στην αντιμετώπιση αιματολογικών νοσημάτων;
Ε.Χ.: Στην Αιματολογία, οι κλινικές μελέτες δεν είναι απλώς σημαντικές· είναι ο κινητήριος μοχλός της εξέλιξής της. Θα έλεγα ότι η σύγχρονη αιματολογία, όπως τη γνωρίζουμε σήμερα, έχει χτιστεί σε μεγάλο βαθμό πάνω στα αποτελέσματα κλινικών μελετών .Τα τελευταία χρόνια έχουμε δει θεαματικές εξελίξεις:στοχευμένες θεραπείες, ανοσοθεραπεία, διειδικά αντισώματα, CAR-T κυτταρικές θεραπείες, νέους αναστολείς σε λευχαιμίες, και λεμφώματα. Όλα αυτά δεν εμφανίστηκαν ξαφνικά στην καθημερινή πράξη. Πέρασαν μέσα από καλά σχεδιασμένες κλινικές δοκιμές, που απέδειξαν την αποτελεσματικότητα και την ασφάλειά τους. Χωρίς αυτές, θα ήμασταν ακόμη καθηλωμένοι στις παραδοσιακές χημειοθεραπείες του παρελθόντος.
Ερώτηση : Πιστεύετε ότι οι γιατροί στην Ελλάδα είναι επαρκώς ενημερωμένοι για τις διαθέσιμες κλινικές μελέτες, ώστε να κατευθύνουν κατάλληλα τους ασθενείς τους;
Ε. Χ.: Η απάντηση έχει δύο όψεις. Υπάρχουν στην Ελλάδα πολλοί γιατροί που είναι εξαιρετικά ενημερωμένοι και συμμετέχουν ενεργά σε κλινικές μελέτες, ιδιαίτερα σε πανεπιστημιακά και εξειδικευμένα νοσοκομεία καθώς και σε μεγάλες κλινικές μονάδες. Υπάρχει σημαντική εμπειρία, υψηλού επιπέδου επιστημονικό προσωπικό και πραγματική διάθεση συμμετοχής στην καινοτομία. Ωστόσο, δεν θα έλεγα ότι η ενημέρωση είναι ομοιόμορφη παντού. Υπάρχουν ακόμη δυσκολίες. Ο γιατρός της περιφέρειας ή ο γιατρός που εργάζεται σε ένα πολύ πιεσμένο κλινικό περιβάλλον μπορεί να μην έχει άμεση πρόσβαση σε επικαιροποιημένη πληροφορία για όλες τις διαθέσιμες μελέτες. Επίσης, δεν υπάρχει πάντα ένας εύκολος, λειτουργικός και φιλικός τρόπος αναζήτησης των μελετών που είναι ενεργές ανά νόσημα, κέντρο και θεραπευτική γραμμή. Ελπίζω
αυτό το κενό να καλυφθεί με το Μητρώο της Βιοϊατρικής Έρευνας, το οποίο αναμένουμε σύντομα να ενεργοποιηθεί. Ο στόχος πρέπει να είναι απλός: κάθε ασθενής, ανεξάρτητα από το πού ζει ή από το ποιο νοσοκομείο παρακολουθείται, να έχει τη δυνατότητα να ενημερωθεί για μια κατάλληλη κλινική μελέτη, εφόσον υπάρχει.

Ερώτηση: Οι ασθενείς και οι φροντιστές τους ι κατά την γνώμη σας είναι ενημερωμένοι από τα οφέλη συμμετοχής ή είναι εξαιρετικά επιφυλακτικοί;
Ε. Χ.: Η αλήθεια είναι ότι υπάρχει ακόμη σημαντική επιφυλακτικότητα. Και αυτό είναι απολύτως κατανοητό. Όταν ένας άνθρωπος ακούει τη λέξη «μελέτη» ή «δοκιμή», συχνά φοβάται ότι θα γίνει αντικείμενο πειραματισμού. Φοβάται μήπως λάβει κάτι μη δοκιμασμένο, μήπως χάσει πολύτιμο χρόνο, μήπως στερηθεί την καλύτερη διαθέσιμη θεραπεία. Αυτοί οι φόβοι δεν πρέπει να υποτιμώνται. Πρέπει να ακούγονται και να απαντώνται με ειλικρίνεια. Οι ασθενείς και οι φροντιστές τους χρειάζονται απλή, καθαρή και ανθρώπινη ενημέρωση. Πρέπει να γνωρίζουν ότι μια κλινική μελέτη έχει αυστηρά κριτήρια, επιτροπές δεοντολογίας, ελεγκτικούς μηχανισμούς, πρωτόκολλα ασφαλείας και συνεχή παρακολούθηση. Πρέπει επίσης να γνωρίζουν ότι η συμμετοχή είναι εθελοντική και ότι η συγκατάθεση δεν είναι μια τυπική υπογραφή, αλλά μια διαδικασία ενημέρωσης και κατανόησης. Τα πιθανά οφέλη είναι σημαντικά: πρόσβαση σε καινοτόμες θεραπείες, στενότερη παρακολούθηση, συμβολή στην επιστημονική γνώση και βοήθεια σε μελλοντικούς ασθενείς. Βεβαίως, υπάρχουν και αβεβαιότητες ή πιθανοί κίνδυνοι, όπως σε κάθε θεραπευτική πράξη. Γι’ αυτό η ενημέρωση πρέπει να είναι ισορροπημένη, χωρίς ωραιοποίηση. Ο ενημερωμένος ασθενής δεν είναι παθητικός αποδέκτης. Είναι συμμέτοχος στην απόφαση.
Ερώτηση: Η καχυποψία και η επιφυλακτικότητα του κοινού μπορεί ν’ αλλάξει και πως;
Ε. Χ.: Ναι, μπορεί να αλλάξει. Αλλά δεν αλλάζει με συνθήματα. Αλλάζει με εμπιστοσύνη. Η εμπιστοσύνη χτίζεται όταν μιλάμε καθαρά, όταν εξηγούμε με απλή γλώσσα, όταν δεν κρύβουμε τις αβεβαιότητες, όταν δίνουμε χρόνο στον ασθενή να ρωτήσει και όταν σεβόμαστε την απόφασή του. Ο ασθενής πρέπει να νιώσει ότι δεν πιέζεται, ότι δεν χρησιμοποιείται και ότι παραμένει στο κέντρο της φροντίδας. Χρειάζεται επίσης δημόσια εκπαίδευση. Οι κλινικές μελέτες δεν πρέπει να παρουσιάζονται μόνο μέσα σε επιστημονικά συνέδρια. Πρέπει να εξηγούνται στην κοινωνία: τι είναι, ποιος τις εγκρίνει, ποιος προστατεύει τον ασθενή, ποια είναι τα δικαιώματά του, ποια είναι τα πιθανά οφέλη και ποιοι οι περιορισμοί. Σημαντικό ρόλο μπορούν να παίξουν οι σύλλογοι ασθενών, οι επιστημονικές εταιρείες, τα Πανεπιστήμια, τα Νοσοκομεία και τα μέσα ενημέρωσης. Η συμμετοχή σε μια κλινική μελέτη πρέπει να απομυθοποιηθεί. Δεν είναι πράξη απελπισίας. Είναι, πολλές φορές, μια σύγχρονη θεραπευτική επιλογή, ενταγμένη σε ένα αυστηρά ελεγχόμενο επιστημονικό πλαίσιο.
Ερώτηση: Είστε αισιόδοξοι για το μέλλον των κλινικών μελετών στην χώρα μας ;
Ε. Χ.: Είμαι συγκρατημένα αλλά σταθερά αισιόδοξη. Η Ελλάδα διαθέτει όλα τα «πολύτιμα υλικά» για να γίνει διεθνές κέντρο κλινικής έρευνας: εξαιρετικό ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό, άρτια εκπαιδευμένους ερευνητές και ασθενείς που, όταν ενημερωθούν σωστά, εμπιστεύονται τους γιατρούς τους. Ταυτόχρονα, έχουμε ακόμη προκλήσεις. Χρειαζόμαστε λιγότερη γραφειοκρατία, ταχύτερες διαδικασίες, καλύτερη διοικητική υποστήριξη στα νοσοκομεία, ενίσχυση των ερευνητικών υποδομών και περισσότερους εκπαιδευμένους study coordinators, research nurses και data managers. Οι κλινικές μελέτες δεν γίνονται μόνο από τον κύριο ερευνητή. Χρειάζονται ομάδα, οργάνωση, χρόνο και θεσμική υποστήριξη. Τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει σημαντικά βήματα και από την πλευρά της πολιτείας όμως, χρειάζεται να γίνουν ακόμη περισσότερα.
Ερώτηση: Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Κλινικών Μελετών, ποιο είναι το μήνυμα που θα θέλατε να στείλετε ;
Το μήνυμά μου είναι ένα: Οι κλινικές μελέτες δεν είναι η έσχατη λύση όταν όλα τα άλλα έχουν αποτύχει. Είναι η πρώτη γραμμή της σύγχρονης, ποιοτικής ιατρικής φροντίδας. Κάθε θεραπεία που σήμερα θεωρούμε αυτονόητη κάποτε δοκιμάστηκε για πρώτη φορά μέσα σε μια κλινική μελέτη. Κάθε πρόοδος στην αιματολογία οφείλεται σε επιστήμονες που σχεδίασαν, σε γιατρούς και ομάδες που εργάστηκαν, αλλά και σε ασθενείς που συμμετείχαν με γενναιότητα και εμπιστοσύνη.

Θα ήθελα λοιπόν να πω στους ασθενείς: να ρωτάτε. Να ενημερώνεστε. Να ζητάτε να μάθετε αν υπάρχει κατάλληλη κλινική μελέτη για την περίπτωσή σας. Η γνώση είναι δικαίωμα.
Θα ήθελα να πω στους γιατρούς: να μιλάμε περισσότερο για τις κλινικές μελέτες, με απλό και έντιμο τρόπο. Να μην αφήνουμε την άγνοια ή τον φόβο να στερούν από τους ασθενείς μας πιθανές ευκαιρίες. Και θα ήθελα να πω στην Πολιτεία: η κλινική έρευνα δεν είναι πολυτέλεια. Είναι επένδυση στην υγεία, στην επιστήμη, στην κοινωνία και στο μέλλον.
Με αφορμή αυτή την ημέρα, θέλω να εκφράσω ένα μεγάλο «ευχαριστώ» σε όλους τους ασθενείς και τους φροντιστές τους που επιλέγουν να συμμετάσχουν σε κλινικές μελέτες. Αυτοί οι άνθρωποι είναι οι πραγματικοί ήρωες της ιατρικής προόδου. Με τη συμμετοχή τους, όχι μόνο διεκδικούν το καλύτερο για τη δική τους υγεία, αλλά ανοίγουν τον δρόμο και γίνονται η σανίδα σωτηρίας για τις επόμενες γενιές ασθενών. Η κλινική έρευνα είναι προσφορά, είναι αλληλεγγύη, είναι το ίδιο το μέλλον της υγείας μας.


