Γιατί το ίδιο φάρμακο βοηθά έναν άνθρωπο, προκαλεί παρενέργειες σε έναν δεύτερο και φαίνεται να μην έχει αποτέλεσμα σε έναν τρίτο; Μια μεγάλη βρετανική έρευνα επιχειρεί να φέρει τη γενετική πληροφορία μέσα στην καθημερινή συνταγογράφηση — ξεκινώντας από τους ανθρώπους άνω των 65 ετών που λαμβάνουν πολλά φάρμακα καθημερινά.
Ένα χάπι για την πίεση. Ένα για τη χοληστερόλη. Κάποιο φάρμακο για τον πόνο. Ίσως ένα αντικαταθλιπτικό. Ένα ακόμη για το στομάχι.
Για εκατομμύρια ανθρώπους μεγαλύτερης ηλικίας αυτή είναι μια απολύτως συνηθισμένη καθημερινότητα.
Υπάρχει όμως ένα ερώτημα που δεν είναι τόσο απλό όσο φαίνεται:
Πώς γνωρίζουμε ότι το φάρμακο που παίρνουμε είναι πράγματι το καταλληλότερο για εμάς;
Επιστήμονες στη Βρετανία ξεκινούν ένα φιλόδοξο πενταετές ερευνητικό πρόγραμμα, αξίας περίπου 3 εκατομμυρίων λιρών, για να εξετάσουν εάν ένα γενετικό τεστ μπορεί να βοηθήσει γιατρούς και φαρμακοποιούς να επιλέγουν ασφαλέστερα και αποτελεσματικότερα φάρμακα για τους μεγαλύτερους σε ηλικία ασθενείς.
Το πρόγραμμα ονομάζεται PRIMO – Pharmacogenomics Research for Individualised Medicine in Older People και επικεφαλής του είναι ερευνητές του University of Southampton.
Η μεγάλη ιδέα πίσω από αυτό είναι η φαρμακογονιδιωματική.
Γιατί το ίδιο φάρμακο δεν λειτουργεί το ίδιο σε όλους;
Οι άνθρωποι διαφέρουμε γενετικά μεταξύ μας και ορισμένες από αυτές τις διαφορές επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο ο οργανισμός μεταβολίζει ή ανταποκρίνεται στα φάρμακα.
Ένας άνθρωπος μπορεί να διασπά ένα συγκεκριμένο φάρμακο πολύ γρήγορα.
Ένας άλλος πολύ πιο αργά.
Σε κάποιον η συνηθισμένη δόση μπορεί να είναι αποτελεσματική. Σε άλλον μπορεί να μην προσφέρει το αναμενόμενο όφελος ή να αυξάνει τον κίνδυνο ανεπιθύμητων ενεργειών.
Αυτό ακριβώς μελετά η φαρμακογονιδιωματική: πώς οι γενετικές διαφορές επηρεάζουν την ανταπόκρισή μας στα φάρμακα.
Και η νέα βρετανική μελέτη θέλει να εξετάσει εάν αυτή η γνώση μπορεί να περάσει από τα ερευνητικά εργαστήρια στο ιατρείο του οικογενειακού γιατρού.
Το πρόβλημα της πολυφαρμακίας
Η έρευνα επικεντρώνεται αρχικά στους ανθρώπους άνω των 65 ετών που λαμβάνουν τουλάχιστον πέντε φάρμακα σε τακτική βάση — αυτό που περιγράφεται ως πολυφαρμακία.
Στην Αγγλία σχεδόν 8 εκατομμύρια άνθρωποι λαμβάνουν πέντε ή περισσότερα φάρμακα καθημερινά, ενώ περισσότεροι από 2 εκατομμύρια λαμβάνουν δέκα ή περισσότερα.
Η πολυφαρμακία δεν σημαίνει ότι τα φάρμακα είναι περιττά. Ένας άνθρωπος με πολλές χρόνιες παθήσεις μπορεί να χρειάζεται απολύτως όλες τις θεραπείες που του έχουν συνταγογραφηθεί.
Όσο όμως αυξάνεται ο αριθμός των φαρμάκων, τόσο πιο περίπλοκη γίνεται η εξίσωση.
Παρενέργειες, αλληλεπιδράσεις, διαφορετικός μεταβολισμός και αλλαγές που συμβαίνουν στον οργανισμό με την ηλικία μπορούν να μετατρέψουν τη σωστή συνταγογράφηση σε πραγματική πρόκληση.
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες των φαρμάκων αποτελούν σημαντική αιτία νοσηλείας και εκτιμάται ότι κοστίζουν στο NHS περίπου 2 δισεκατομμύρια λίρες ετησίως.
Τι θα κάνει το τεστ
Οι ερευνητές θα αναπτύξουν και θα επικυρώσουν ένα γενετικό τεστ που θα εξετάζει γονίδια τα οποία γνωρίζουμε ότι μπορούν να επηρεάσουν την ανταπόκριση σε συχνά χρησιμοποιούμενα φάρμακα.
Ανάμεσά τους βρίσκονται φάρμακα για την κατάθλιψη και τον πόνο, οπιοειδή, στατίνες, θεραπείες για την αρτηριακή πίεση αλλά και αναστολείς αντλίας πρωτονίων, όπως η ομεπραζόλη.
Το ζητούμενο δεν είναι να πληροφορηθεί κάποιος εάν έχει προδιάθεση για μια ασθένεια.Είναι διαφορετικό.
Το γενετικό αποτέλεσμα θα μπορούσε να δώσει στον γιατρό μια πρόσθετη πληροφορία:
Ποιες είναι οι πιθανότητες ν’ ανταποκριθεί ο συγκεκριμένος οργανισμός στο συγκεκριμένο φάρμακο;
Περισσότεροι από 1.000 άνθρωποι στο μεγάλο τεστ
Το πρόγραμμα θα ξεκινήσει με μικρότερη πιλοτική μελέτη 34 ασθενών σε τέσσερα ιατρεία πρωτοβάθμιας φροντίδας.
Στη συνέχεια θα επεκταθεί σε περισσότερους από 1.000 ανθρώπους ηλικίας 65 ετών και άνω, οι οποίοι λαμβάνουν τουλάχιστον πέντε τακτικά φάρμακα, σε περίπου 30 ιατρεία.
Οι συμμετέχοντες θα χωριστούν σε δύο ομάδες.
Η μία θα κάνει τον συνήθη έλεγχο της φαρμακευτικής αγωγής.
Στην άλλη, οι γιατροί και οι φαρμακοποιοί θα έχουν επιπλέον στη διάθεσή τους τις γενετικές πληροφορίες των ασθενών.
Έτσι οι ερευνητές θα μπορέσουν να διαπιστώσουν εάν η προσθήκη της φαρμακογονιδιωματικής πληροφορίας οδηγεί πράγματι σε καλύτερες αποφάσεις.
Θα εξετάσουν τις παρενέργειες, τη συνολική επιβάρυνση από τα φάρμακα, τη συμμόρφωση στη θεραπεία, την ποιότητα ζωής, τη χρήση υπηρεσιών Υγείας και το κόστος.
Περισσότερο από το 90% φέρει τουλάχιστον μία σχετική γενετική παραλλαγή
Ένα από τα στοιχεία που εξηγούν το ενδιαφέρον γύρω από τη φαρμακογονιδιωματική είναι ότι περισσότερο από το 90% των ανθρώπων εκτιμάται ότι φέρει τουλάχιστον μία γενετική παραλλαγή που μπορεί να επηρεάσει την απόφαση συνταγογράφησης συγκεκριμένων φαρμάκων.
Αυτό δεν σημαίνει ότι τα φάρμακα που παίρνει το 90% του πληθυσμού είναι λανθασμένα.
Σημαίνει ότι η γενετική πληροφορία μπορεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, να προσφέρει ακόμη ένα εργαλείο για την επιλογή φαρμάκου ή δόσης.
Πρόσφατη επιστημονική μελέτη σε σχεδόν 60.000 νοσηλείες ανθρώπων ηλικίας άνω των 65 ετών βρήκε επίσης μεγάλη έκθεση σε φάρμακα για τα οποία υπάρχουν φαρμακογονιδιωματικές οδηγίες και συσχέτιση με δυσμενή αποτελέσματα, ιδιαίτερα σε ασθενείς με αυξημένη ευπάθεια.
Οι ίδιοι οι ερευνητές, ωστόσο, τονίζουν ότι απαιτούνται περαιτέρω μελέτες για να αποδειχθεί σε ποιο βαθμό η φαρμακογονιδιωματικά καθοδηγούμενη συνταγογράφηση μπορεί να μειώσει τέτοια περιστατικά.
Το τέλος του «ένα φάρμακο για όλους»;
Όχι ακόμη .Η φαρμακογονιδιωματική δεν σημαίνει ότι στο μέλλον ένας αλγόριθμος ή ένα τεστ αίματος θα αντικαταστήσει τον γιατρό. nature.com
Η ηλικία, άλλες παθήσεις, η λειτουργία των νεφρών και του ήπατος, οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ φαρμάκων, ο τρόπος ζωής και πολλοί ακόμη παράγοντες παραμένουν κρίσιμοι για κάθε θεραπευτική απόφαση.
Η γενετική πληροφορία μπορεί όμως να προσθέσει ένα ακόμη κομμάτι στο παζλ.
Και αυτό ίσως αποδειχθεί ιδιαίτερα σημαντικό όταν ένας άνθρωπος δεν παίρνει ένα ή δύο φάρμακα, αλλά πέντε, οκτώ ή δέκα.
Από τη «δοκιμή και το λάθος» στην εξατομικευμένη συνταγογράφηση
Για δεκαετίες η ιατρική αναγκαστικά βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό σε θεραπείες που έχουν αποδειχθεί αποτελεσματικές για τον μέσο ασθενή.
Όμως ο «μέσος ασθενής» δεν υπάρχει όταν απέναντι στον γιατρό βρίσκεται ένας συγκεκριμένος άνθρωπος.
Η εξατομικευμένη ιατρική επιχειρεί ακριβώς αυτή τη μετάβαση: από το «ποιο φάρμακο λειτουργεί συνήθως σε αυτή την πάθηση;» στο «ποιο φάρμακο είναι πιθανότερο να λειτουργήσει καλύτερα σε αυτόν τον άνθρωπο;»
Το PRIMO θα χρειαστεί χρόνια μέχρι να δώσει οριστικές απαντήσεις. Δεν γνωρίζουμε ακόμη εάν η γενετικά καθοδηγούμενη αναθεώρηση της φαρμακευτικής αγωγής θα μειώσει πράγματι τις παρενέργειες, τις νοσηλείες ή τον αριθμό των περιττών φαρμάκων.
Αυτό ακριβώς καλείται να αποδείξει η μελέτη.
Αν όμως τα αποτελέσματα είναι θετικά, μια εξέταση αίματος θα μπορούσε κάποτε να γίνει μέρος μιας πολύ πιο προσωπικής συζήτησης στο ιατρείο.
Όχι απλώς:
«Ποιο φάρμακο χορηγούμε για αυτή την πάθηση;»
Αλλά:
«Ποιο είναι το σωστό φάρμακο για εσάς;»


