Γράφει η Νανά Παλαιτσάκη
Τα πολλά τελευταία χρόνια το καλοκαίρι που ήταν συνώνυμο της ξενοιασιάς έχει γίνει ανάμνηση Τα ολοκαυτώματα των πυρκαγιών έχουν καταγραφεί στο συλλογικό ασυνείδητο και όσο και αν οι προσπάθειες για να θαφτεί ο φόβος είναι φιλότιμες, με το που ακούμε το «112» οι εικόνες των τελευταίων 40 χρόνων επανέρχονται πιο απειλητικές.
Τα καλοκαίρια μας πια, δεν ταυτίζονται με κρύο καρπούζι και βουτιές ανέμελες στην θάλασσα. Η ανεμελιά μοιάζει να έχει θαφτεί και να ταυτίζεται το καλοκαίρι με το μελτέμι του: με σειρήνες, με εκκενώσεις, με ουρανούς μαύρους από καπνό, με ήλιους που πεθαίνουν, με βλέμματα απόγνωσης ανθρώπων και ζώων, με φλεγόμενα δάση που βλέποντάς τα θέλεις να κλείσεις τ’ αφτιά σου για να μην ακούς τα ουρλιαχτά των δένδρων, με αποκαμωμένους πυροσβέστες , με νεκρούς πυροσβέστες και πολίτες που επιχειρούν να σώσουν ό,τι μπορεί να σωθεί …
Αν τα κανάλια πρόβαλαν τα πλάνα του 1997 ή του 1996 δεν θα μπορούσαμε να ξεχωρίσουμε το αν ήταν κάποτε ή τώρα. Η καταστροφή έχει πάντα τα ίδια χρώματα.
Και κάθε χρόνο, μαζί με τις φωτιές, ξυπνάνε οι μνήμες.
Δεν θυμόμαστε μόνο. Ξαναζούμε.
Η ψυχολογία περιγράφει ένα φαινόμενο που ονομάζεται επανενεργοποίηση τραύματος.
Όταν ένας άνθρωπος έχει βιώσει μια εξαιρετικά τραυματική εμπειρία, μια νέα εικόνα που της μοιάζει μπορεί να επαναφέρει όχι μόνο τις αναμνήσεις, αλλά και τα ίδια συναισθήματα. Η καρδιά χτυπά πιο γρήγορα. Ο ύπνος διαταράσσεται. Η αγωνία επιστρέφει. Το σώμα θυμάται πριν ακόμη προλάβει να το κάνει ο νους.
Έτσι εξηγείται γιατί ακόμη και άνθρωποι που δεν κινδυνεύουν άμεσα αισθάνονται κάθε καλοκαίρι , απειλή μια ανεξήγητη θλίψη Δεν είναι αδυναμία. Είναι η μνήμη του τραύματος.
Ένα συλλογικό τραύμα που μεγαλώνει χρόνο με τον χρόνο
Από την Ηλεία μέχρι το Μάτι. Από την Εύβοια μέχρι τη Ρόδο. Από τον Έβρο μέχρι τις τελευταίες πυρκαγιές που παρακολουθούμε σήμερα.
Κάθε νέα καταστροφή δεν προστίθεται απλώς στις προηγούμενες. Ξαναγίνει τις πληγές
Σαν ένας πολυτραυματίας να δέχεται επίσκεψη από τον βασανιστή του που πριν κλείσουν τα τραύματα, τα χαράζει ξανά και ξανά .
Η κοινωνία ολόκληρη κουβαλά πλέον ένα φορτίο που δύσκολα περιγράφεται. Γιατί μπορεί να μην χάσαμε όλοι το σπίτι μας. Μπορεί να μην χάσαμε συγγενείς ή φίλους.
Όμως όλοι χάσαμε κάτι. Την αίσθηση της ασφάλειας.
Την πεποίθηση ότι το αγαπημένο μας τοπίο θα υπάρχει και αύριο.
Την εικόνα της Ελλάδας που γνωρίζαμε.
Και εκείνοι που τα έχασαν όλα;
Υπάρχουν όμως άνθρωποι που δεν επιστρέφουν σε μια κανονική ζωή. Επιστρέφουν σε μια καμένη γη. Το σπίτι δεν υπάρχει. Το αυτοκίνητο δεν υπάρχει. Οι φωτογραφίες μιας ζωής χάθηκαν. Τα ζώα χάθηκαν. Οι αναμνήσεις έγιναν στάχτη.
Εκείνη τη στιγμή δεν πενθείς μόνο τα αντικείμενα. Πενθείς την ίδια σου την ταυτότητα. Γιατί το σπίτι δεν είναι τέσσερις τοίχοι. Είναι το μέρος όπου μεγάλωσες τα παιδιά σου. Όπου γιόρτασες γενέθλια. Όπου αποχαιρέτησες αγαπημένους ανθρώπους. Όταν καίγεται, μοιάζει σαν να καίγεται ένα κομμάτι της προσωπικής σου ιστορίας.
Από πού αρχίζει κανείς;
Δεν υπάρχει σωστή απάντηση. Οι ειδικοί όμως συμφωνούν σε κάτι. Δεν χρειάζεται να είσαι δυνατός από την πρώτη ημέρα.Το σοκ μπορεί να κρατήσει εβδομάδες ή και μήνες.
Η θλίψη, ο θυμός, η αίσθηση κενού και η αδυναμία συγκέντρωσης είναι φυσιολογικές αντιδράσεις απέναντι σε μια αφύσικη εμπειρία.
Η αποδοχή βοήθειας από συγγενείς, φίλους, επαγγελματίες ψυχικής υγείας και την κοινότητα δεν είναι ένδειξη αδυναμίας. Είναι ο πρώτος κρίκος της ανάρρωσης. Η ζωή ξαναχτίζεται πολύ πιο αργά από όσο χτίζεται ένα σπίτι.
Από που ξεκινάει η ελπίδα
Ίσως από μια μικρή πράξη .Από έναν γείτονα που φέρνει νερό. Από έναν εθελοντή που αγκαλιάζει έναν άγνωστο. Από κάποιον που φιλοξενεί ένα ζώο. Από ανθρώπους που φυτεύουν το πρώτο καινούργιο δέντρο.
Η ελπίδα δεν εμφανίζεται ξαφνικά. Χτίζεται. Ακριβώς όπως ξαναχτίζεται ένα χωριό. Ένα σπίτι. Μια ζωή.
Γιατί η μνήμη δεν πρέπει να γίνει συνήθεια
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος ίσως δεν είναι να θυμόμαστε.Είναι να συνηθίσουμε.
Να θεωρήσουμε φυσιολογικό ότι κάθε καλοκαίρι θα μετράμε καμένα δάση, νεκρά ζώα, ανθρώπινες απώλειες και στάχτη που ταξιδεύει με τον άνεμο μέχρι τα μπαλκόνια μας.
Η θλίψη που αισθανόμαστε δεν είναι αδυναμία.Είναι η απόδειξη ότι δεν έχουμε χάσει ακόμη την ενσυναίσθησή μας.
Και όσο πονάμε για τον άνθρωπο που έμεινε χωρίς σπίτι, για το ζώο που δεν πρόλαβε να σωθεί, για το δέντρο που χρειάστηκε έναν αιώνα για να μεγαλώσει και λίγα λεπτά για να χαθεί, υπάρχει ακόμη ελπίδα.
Γιατί οι κοινωνίες που συνεχίζουν να συγκινούνται έχουν περισσότερες πιθανότητες να αλλάξουν.

