Γράφει η Νανά Παλαιτσάκη
Όταν ήμουν σαράντα, τα εξήντα μού φαίνονταν έτη φωτός μακριά. Ανήκαν σε μια άλλη εποχή της ζωής, τόσο μακρινή που δεν έβρισκα κανέναν λόγο να τη σκέφτομαι. Και όμως, τα χρόνια πέρασαν πολύ πιο γρήγορα απ’ όσο φανταζόμουν.
Λίγο πριν τα εξήντα, από τα πενήντα πέντε και μετά, άρχισα να νιώθω μια εσωτερική αγωνία. Οι αλλαγές στην εξωτερική εμφάνιση γίνονταν πλέον πολύ πιο εμφανείς απ’ ό,τι στη δεκαετία των σαράντα ή των πενήντα. Οι μικρές υπενθυμίσεις του χρόνου ήταν εκεί, καθημερινά, στον καθρέφτη, στις φωτογραφίες, ακόμη και στον τρόπο που αντιδρούσε το σώμα μου.
Παρατηρώντας τις συνομήλικές μου, συνειδητοποίησα ότι όλες περνούσαμε, λίγο ή πολύ, από τη διαδικασία της συμφιλίωσης με την πραγματικότητα του χρόνου. Και κάπου εκεί διέκρινα δύο διαφορετικούς δρόμους.
Ο πρώτος ήταν ο δρόμος της αποδοχής. Γυναίκες που αναγνώριζαν ότι ο χρόνος αφήνει τα σημάδια του χωρίς να αισθάνονται την ανάγκη να ανταγωνιστούν τις κόρες τους ή να υιοθετήσουν μια εικόνα που δεν αντιστοιχεί στην ηλικία και την προσωπικότητά τους. Γυναίκες που επέλεγαν να εξελίσσονται αντί να μεταμφιέζονται.
Ο δεύτερος ήταν ο δρόμος της άρνησης. Όχι απαραίτητα από ματαιοδοξία, αλλά από φόβο. Από την αγωνία ότι μαζί με τη νεότητα χάνεται και η αξία τους. Ότι η κοινωνία δεν τις βλέπει πλέον με τον ίδιο τρόπο. Και όμως, όσο περισσότερο αρνείται κανείς να ζήσει το παρόν, τόσο περισσότερο χάνει τα δώρα που προσφέρει η κάθε ηλικία. Η θλίψη, η απογοήτευση και μερικές φορές ακόμη και η κατάθλιψη βρίσκουν εύφορο έδαφος όταν παλεύουμε διαρκώς με μια πραγματικότητα που δεν μπορούμε να αλλάξουμε.
Θα με ρωτήσετε φυσικά τι έκανα εγώ.
Η αλήθεια είναι ότι η ψυχολογία κάθε γυναίκας διαμορφώνεται από διαφορετικές συνθήκες. Άλλες έχουν οικογενειακές υποχρεώσεις, άλλες επαγγελματικές ανησυχίες, άλλες προβλήματα υγείας ή οικονομικές δυσκολίες. Διαφορετικά αντιμετωπίζεις τη ζωή στα σαράντα οκτώ και διαφορετικά στα πενήντα οκτώ. Θα ήταν λοιπόν αδύνατον να καλύψω όλες τις εκδοχές της γυναικείας εμπειρίας.
Μπορώ όμως να μοιραστώ μια προσωπική διαπίστωση: τα εξήντα έφεραν μαζί τους πολύ περισσότερα δώρα απ’ όσα περίμενα.
Το πρώτο και σημαντικότερο είναι ο χρόνος.
Τα παιδιά μας έχουν μεγαλώσει. Δεν περιμένουν πλέον από εμάς να τα διαβάσουμε, να τους ετοιμάσουμε το κολατσιό, να τους πλύνουμε τα ρούχα ή να οργανώσουμε κάθε λεπτό της καθημερινότητάς τους. Παραμένουμε μητέρες, αλλά με έναν διαφορετικό τρόπο. Και ξαφνικά αποκτούμε κάτι που για χρόνια έμοιαζε πολυτέλεια: ελεύθερο χρόνο για τον εαυτό μας.
Ακόμη και η εμμηνόπαυση, που για αρκετές γυναίκες συνοδεύεται από δυσκολίες όπως η αϋπνία, δεν αναιρεί αυτή την αίσθηση ελευθερίας. Με την κατάλληλη ιατρική υποστήριξη τα περισσότερα συμπτώματα μπορούν να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά. Και, μεταξύ μας, δύσκολα συγκρίνεται μια νύχτα αϋπνίας με τις ατελείωτες νύχτες που περάσαμε δίπλα σε μωρά ή με τα εξαντλητικά πρωινά ξυπνήματα της σχολικής ζωής των παιδιών.
Τα εξήντα είναι επίσης μια περίοδος σπάνιας πνευματικής αναγέννησης.
Πολλές από εμάς ανακαλύπτουμε ξανά την περιέργειά μας. Βρίσκουμε εκείνο το γνωστικό αντικείμενο που πάντα μας ενδιέφερε αλλά δεν προλαβαίναμε να εξερευνήσουμε. Επιστρέφουμε στα βιβλία, στις σπουδές, στα σεμινάρια, σε νέες ομάδες ανθρώπων. Η αίσθηση ότι μαθαίνεις κάτι καινούργιο, ότι αποκτάς νέους «συμμαθητές» και νέους ορίζοντες, γεμίζει τη ζωή με ενέργεια και χαρά.
Το ίδιο συμβαίνει και με τη σχέση μας με το σώμα.
Στα εξήντα μπορούμε να γυμναστούμε με τρόπους που ταιριάζουν στις ανάγκες και τις δυνατότητές μας, χωρίς να κυνηγάμε εξαντλητικά πρότυπα. Το περπάτημα, η κολύμβηση, η γιόγκα, το πιλάτες, ο χορός ή η ήπια ενδυνάμωση δεν είναι υποκατάστατα μιας «κανονικής» άσκησης. Είναι μορφές φροντίδας που μας βοηθούν να διατηρούμε τη δύναμη, την ισορροπία και την αυτονομία μας.
Και βέβαια υπάρχει η επαγγελματική διάσταση.
Αν έχεις επιλέξει ένα επάγγελμα που αγαπάς, τα εξήντα μπορεί να είναι μια από τις πιο δημιουργικές περιόδους της καριέρας σου. Η εμπειρία δεν είναι βάρος· είναι πολλαπλασιαστής αξίας. Γνωρίζεις καλύτερα τους ανθρώπους, παίρνεις πιο ψύχραιμες αποφάσεις, αντιλαμβάνεσαι γρηγορότερα τις ευκαιρίες και τα αδιέξοδα. Σε έναν κόσμο που αλλάζει διαρκώς, η γνώση αποκτά νόημα μόνο όταν συνοδεύεται από εμπειρία.
Ίσως όμως το μεγαλύτερο δώρο των εξήντα να είναι κάτι λιγότερο ορατό.
Στα εξήντα συμβαίνει ένα παράδοξο. Ενώ το σώμα σου υπενθυμίζει συχνότερα ότι ο χρόνος περνά, το μυαλό γίνεται πιο ήρεμο. Δεν χρειάζεται πια να αποδείξει συνεχώς την αξία του. Δεν εξαρτάται τόσο από την επιβεβαίωση των άλλων. Αποκτά μια εσωτερική γαλήνη που η νεότητα σπάνια γνωρίζει.
Αν με ρωτήσετε σήμερα τι νιώθω απέναντι στα εξήντα, θα σας απαντήσω κάτι που δεν θα μπορούσα να φανταστώ όταν ήμουν σαράντα.
Δεν νιώθω ότι κάτι τελειώνει.
Νιώθω ότι κάτι αρχίζει.
Με περισσότερη γνώση, περισσότερη ελευθερία, λιγότερες ψευδαισθήσεις και πολύ μεγαλύτερη επίγνωση του τι αξίζει πραγματικά τον χρόνο μου.
Και αυτό, τελικά, είναι ένα από τα ωραιότερα δώρα της ηλικίας.


