Οι αλλαγές στη συμπεριφορά που αξίζει να προσέξουμε, και πώς ανοίγουμε τη δύσκολη συζήτηση χωρίς κατηγορίες, ανακρίσεις και πανικό.
Γράφει: Η Δανάη Πατρικίου
Αλλαγές στη συμπεριφορά, στις παρέες, στον ύπνο, στο σχολείο, στα χρήματα. Πότε είναι απλώς η δύσκολη περίοδος της εφηβείας και πότε μπορεί να κρύβεται πίσω τους χρήση ουσιών; Τα σημάδια που αξίζει να προσέξουν οι γονείς και, κυρίως, πώς πρέπει να αντιδράσουν χωρίς να χάσουν την επικοινωνία με το παιδί τους.
Την πόρτα του δωματίου του την κλείνει όλο και συχνότερα. Έχει αλλάξει παρέες. Ζητάει περισσότερα χρήματα. Το παιδί που ξυπνούσε εύκολα για το σχολείο, δυσκολεύεται όλο και περισσότερο να σηκωθεί από το κρεβάτι. Η συμπεριφορά του είναι κυκλοθυμική. Άλλοτε είναι χαρούμενο πολύ και άλλοτε θυμώνει με το παραμικρό. Έτσι κάπως αρχίζουν οι γονείς ν’ αναρωτιούνται. Είναι μήπως η εφηβεία; Ή συμβαίνει κάτι άλλο που δεν ξέρω. Αυτό που διευκολύνει τον γονιό είναι να πιστεύει ότι φταίει η εφηβεία. Το αν το παιδί παίρνει ουσίες, συνήθως μπαίνει «κάτω από το μαξιλάρι».
Πότε είναι η στιγμή ν’ ανησυχήσει ο γονιός;
Δεν υπάρχει μία συμπεριφορά που να αποδεικνύει ότι ένας έφηβος χρησιμοποιεί ουσίες. Η ευερεθιστότητα μπορεί να είναι εφηβεία. Η απομόνωση μπορεί να συνδέεται με άγχος, κατάθλιψη, bullying, ερωτική απογοήτευση ή δυσκολίες στο σχολείο. Η αλλαγή στον ύπνο μπορεί να οφείλεται στις οθόνες, στο στρες ή σε ένα πρόβλημα ψυχικής υγείας. Ακόμη και η αλλαγή παρέας μπορεί απλώς να σημαίνει ότι ένα παιδί μεγαλώνει αναζητά φίλους που ν’ ανταποκρίνονται σε νέα ενδιαφέροντα Σε αυτό που πρέπει ο γονιός να δώσει σημασία είναι η συνολική εικόνα του παιδιού του.
Όταν αρκετές αλλαγές εμφανίζονται μαζί, είναι έντονες, δεν εξηγούνται εύκολα και επιμένουν, τότε ο γονιός έχει λόγο να διερευνήσει τι συμβαίνει. Οι αλλαγές μπορεί να εμφανιστούν σε διαφορετικούς τομείς της ζωής του παιδιού. Στη συμπεριφορά και τη διάθεση: ασυνήθιστη ευερεθιστότητα, έντονες μεταπτώσεις διάθεσης, μεγαλύτερη μυστικοπάθεια, απότομη απομάκρυνση από την οικογένεια ή απώλεια ενδιαφέροντος για πράγματα που προηγουμένως αγαπούσε.
Στο σχολείο: ξαφνικές απουσίες, πτώση της επίδοσης, προβλήματα πειθαρχίας ή εγκατάλειψη δραστηριοτήτων στις οποίες συμμετείχε. Στις σχέσεις: απότομη αλλαγή φίλων, απομάκρυνση από παλιές παρέες ή μεγάλη απροθυμία να γνωρίζουν οι γονείς με ποιους βρίσκεται.
Στην καθημερινότητα: αλλαγές στον ύπνο ή την όρεξη, ανεξήγητη ανάγκη για περισσότερα χρήματα, χρήματα ή αντικείμενα που λείπουν από το σπίτι, συχνές ανεξήγητες απουσίες. Στη σωματική εικόνα: ασυνήθιστη υπνηλία ή διέγερση, προβλήματα συντονισμού, αλλαγές στην ομιλία ή στην εμφάνιση των ματιών και γενικότερα μια εικόνα που επαναλαμβάνεται και δεν ταιριάζει στη συνηθισμένη κατάσταση του παιδιού.
Κανένα από αυτά, μόνο του, δεν αποτελεί διάγνωση. Ο συνδυασμός και η αλλαγή από το συνηθισμένο είναι αυτά που πρέπει να μας κινητοποιήσουν. Οι ουσίες σήμερα δεν είναι μόνο αυτό που ένας γονιός φαντάζεται ως «ναρκωτικά». Όταν ένας γονιός ακούει «χρήση ουσιών», μπορεί να σκέφτεται αμέσως ηρωίνη ή κοκαΐνη.
Υπάρχει όμως το αλκοόλ και η κάνναβη, νέες ψυχοδραστικές ουσίες, εισπνεόμενες ουσίες και φάρμακα που χρησιμοποιούνται χωρίς ιατρική ένδειξη. Η ευρωπαϊκή έρευνα ESPAD 2024, η οποία πραγματοποιήθηκε σε περισσότερους από 113.000 μαθητές 15–16 ετών σε 37 χώρες, καταγράφει αυτή τη μεταβαλλόμενη εικόνα.
Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται και στη μη ιατρική χρήση φαρμάκων. Στο σύνολο των χωρών της ESPAD, η μη συνταγογραφημένη χρήση ηρεμιστικών ή υπνωτικών ήταν η συχνότερη κατηγορία ψυχοδραστικών φαρμάκων που καταγράφηκε, ενώ εξετάστηκαν επίσης ισχυρά παυσίπονα και φάρμακα για ΔΕΠΥ. Υπάρχει μάλιστα ένα στοιχείο που αφορά ιδιαίτερα την Ελλάδα: στην ESPAD καταγράφηκε μεγάλη αύξηση στη χρήση ηλεκτρονικού τσιγάρου/vape έστω και μία φορά, από 35% σε 52% .
Άρα η συζήτηση στο σπίτι δεν μπορεί πλέον να περιορίζεται στο «μην πάρεις ναρκωτικά». Μην περιμένετε να «πιάσετε το παιδί στα πράσα». Αν ένας γονιός υποψιάζεται χρήση ουσιών, ο στόχος δεν είναι να οργανώσει μια έρευνα για να αποσπάσει ομολογία.
Η προσέγγιση
Οι γονείς συχνά επιχειρώντας να μάθουν την αλήθεια, γίνονται επικριτικοί νομίζοντας ότι «εκβιάζοντας» μια απάντηση, θα πετύχουν αυτό που επιθυμούν. Είναι λάθος. Η προσέγγιση θα είναι πολύ πιο αποτελεσματική αν εκφραστεί με έναν τρόπο που το παιδί δεν θα νιώσει απειλή.
«Τον τελευταίο καιρό βλέπω ότι δεν κοιμάσαι καλά, λείπεις περισσότερο και δείχνεις διαφορετικός. Δεν θέλω να σε ανακρίνω. Ανησυχώ και θέλω να ξέρω αν συμβαίνει κάτι στο οποίο μπορώ να σε βοηθήσω». Αν το παιδί αποκαλύψει ότι έχει δοκιμάσει ή χρησιμοποιεί κάποια ουσία, χρειάζεται πρώτα να καταλάβουμε τι ακριβώς συμβαίνει. Τι έχει πάρει; Πόσο συχνά; Πότε ξεκίνησε; Το κάνει μόνο του ή με παρέα;
Το χρησιμοποιεί επειδή πειραματίζεται ή επειδή προσπαθεί να αντιμετωπίσει άγχος, θλίψη, τραύμα ή κάποιο άλλο πρόβλημα; Η χρήση ουσιών στην εφηβεία μπορεί να συνυπάρχει με άγχος, κατάθλιψη, ΔΕΠΥ ή τραυματικές εμπειρίες. Η American Academy of Pediatrics επισημαίνει ότι όταν υπάρχει πραγματική εξάρτηση στους εφήβους, η συνύπαρξη άλλων προβλημάτων ψυχικής υγείας είναι συχνή. Άρα δεν αρκεί να ρωτήσουμε: «Τι παίρνεις;» πρέπει ν’ αναρωτηθούμε «Τι σου συμβαίνει;»
Τι δεν πρέπει να κάνουμε;
Να μην εξευτελίσουμε το παιδί. Να μην το χαρακτηρίσουμε «ναρκομανή». Να μην κάνουμε την αποκάλυψη οικογενειακό συμβούλιο μπροστά σε συγγενείς. Να μην απειλήσουμε ότι «θα το μάθουν όλοι». Να μην πιστέψουμε ότι μπορούμε μόνοι μας να διαγνώσουμε εξάρτηση. Και κυρίως, να μην περιμένουμε μέχρι η κατάσταση να γίνει σοβαρή για να ζητήσουμε βοήθεια. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας επισημαίνει τη σημασία ενός ασφαλούς και υποστηρικτικού οικογενειακού περιβάλλοντος και της έγκαιρης αναγνώρισης προβλημάτων όπως η χρήση ουσιών, ώστε οι έφηβοι να έχουν πρόσβαση στις κατάλληλες υπηρεσίες.
Πότε ζητάμε βοήθεια;
Δεν χρειάζεται ο γονιός να είναι βέβαιος ότι υπάρχει χρήση για να μιλήσει με έναν ειδικό. Ο παιδίατρος ή άλλος κατάλληλος επαγγελματίας υγείας μπορεί να αξιολογήσει συνολικά τον έφηβο, να διερευνήσει τόσο τη χρήση ουσιών όσο και πιθανά προβλήματα ψυχικής υγείας και, εφόσον χρειάζεται, να παραπέμψει σε ειδικό ψυχοθεραπευτή. Ένα παιδί που ξαφνικά κλείνεται στο δωμάτιό του μπορεί να μη χρησιμοποιεί τίποτα. Μπορεί να έχει δεχθεί bullying. Να περνά μια ερωτική απογοήτευση. Να φοβάται ότι απέτυχε. Να βιώνει έντονο άγχος. Να αντιμετωπίζει κατάθλιψη ή άλλη ψυχική δυσφορία. Να συμβαίνει κάτι στο διαδίκτυο που δεν τολμά να μας αποκαλύψει.
Γι’ αυτό η παρατήρηση των αλλαγών δεν πρέπει να μετατραπεί σε κυνήγι αποδείξεων. Πρέπει να γίνει αφορμή επικοινωνίας καθώς ο σκοπός μας είναι «να μην χάσουμε το παιδί».
Οι γονείς δεν μπορούν να βρίσκονται παντού. Δεν μπορούν να γνωρίζουν κάθε παρέα, κάθε πάρτι, κάθε μήνυμα στο κινητό. Μπορούν όμως να προσφέρουν κάτι πολύ σημαντικότερο: ένα σπίτι στο οποίο το παιδί γνωρίζει ότι, ακόμη κι αν κάνει ένα σοβαρό λάθος, μπορεί να επιστρέψει και να ζητήσει βοήθεια. Τα όρια εξακολουθούν να χρειάζονται. Η χρήση ουσιών δεν χρειάζεται να κανονικοποιηθεί στο όνομα της «κατανόησης». Αλλά άλλο όριο και άλλο φόβος. Άλλο προστασία και άλλο ανάκριση.
Πηγή: euda.europa.eu


