No Result
View All Result
Nanascent
  • Home
  • NanaLand
  • Health – Beyond
    • Καινοτομία
    • Νέα
    • Πρόσωπα
    • Συνεντεύξεις
  • Ψυχική υγεία
    • Σχέσεις
    • Γάμος
    • Γονείς – παιδιά
    • Γυναίκα
    • Τρίτη ηλικία
  • Ευ Ζην
    • Γυναίκα
    • Διατροφή
    • Προτάσεις
    • DIY
  • Kαι τώρα τι κάνουμε
  • Art Therapy
  • Culture
  • Home
  • NanaLand
  • Health – Beyond
    • Καινοτομία
    • Νέα
    • Πρόσωπα
    • Συνεντεύξεις
  • Ψυχική υγεία
    • Σχέσεις
    • Γάμος
    • Γονείς – παιδιά
    • Γυναίκα
    • Τρίτη ηλικία
  • Ευ Ζην
    • Γυναίκα
    • Διατροφή
    • Προτάσεις
    • DIY
  • Kαι τώρα τι κάνουμε
  • Art Therapy
  • Culture
No Result
View All Result
Nanascent

Τα καλοκαίρια των παιδικών μας χρόνων γιατί μοιάζουν μεγαλύτερα;

14 Αυγούστου 2026
in NanaLand
A A
Τα καλοκαίρια των παιδικών μας χρόνων γιατί μοιάζουν μεγαλύτερα;
Share on FacebookShare on Twitter

Γράφει η Νανά Παλαιτσάκη 

ADVERTISEMENT

Οι ατέλειωτες διακοπές, τα απογεύματα κάτω από κληματαριές και εκείνη η αίσθηση ότι ο Σεπτέμβριος αργούσε πολύ να έρθει. Δεν είναι μόνο νοσταλγία. Ο τρόπος με τον οποίο ο εγκέφαλος αντιλαμβάνεται και αποθηκεύει τον χρόνο αλλάζει καθώς μεγαλώνουμε.

Τον Ιούνιο έκλειναν τα σχολεία και μέχρι να ξανανοίξουν, νιώθαμε ότι μεσολαβούσε ολόκληρη ζωή. « Καλοκαίρι» εννοούσαμε αποκλειστικά την περίοδο των διακοπών, που είχαν να κάνουν: Με το μέτρημα των παγωτών, μέτρημα που είχε ξεκινήσει από τον Μάιο, με μέτρημα των μπάνιων, με διαφωνίες αν «πιάνεται» διπλό το απογευματινό μπάνιο ή όχι, με ανάπτυξη της συλλογής από χαρτοπετσέτες,  με ανάπτυξη της συλλογής  από φιγούρες του Ντίσνεϊ,  που ήταν μέσα στις melo σοκολάτες, με αμέτρητες ώρες παιχνιδιού, όπου καμία μάνα δεν μας γύρευε πανικόβλητη,  με εξερεύνηση του βουνού της Γκιώνας, με ατελείωτο παιχνίδι στην πλατεία, με αγώνες  κυνηγητού, με μπάνιο σε ποτάμι, με νυχτερινές βόλτες στις οποίες κρατούσαμε πάντα φακούς. Θυμάμαι βέβαια ότι η μάνα μου πριν ξεκινήσουν οι δυόμιση μήνες των διακοπών,  είχε προβλέψει να έχουμε μαζί κάποια βιβλία . Ορισμένα αφορούσαν στην επόμενη  διδακτική χρονιά, έτσι ώστε  να «έμπαινα» στο κλίμα, κάποια βιβλία της προηγούμενης χρονιάς, για να έκανα επαναλήψεις, αλλά και κάποια βιβλία που τα μεσημέρια τα διάβαζα με ενθουσιασμό όπως: Τα μυστικά του βάλτου, της Πηνελόπης Δέλτα, την Καλύβα του Μπαρμπα Θωμά, τα «ανεμοδαρμένα ύψη» και κάπου γύρω στην Δευτέρα γυμνασίου, είχα πιάσει τους « Εμπόρους των Εθνών» του Παπαδιαμάντη και θυμάμαι ότι με είχε μαγέψει η συναρπαστική πλοκή. 

Τα σχολικά βιβλία όπως πήγαιναν για διακοπές, έτσι γύριζαν, ανέγγιχτα, όπως και τα βιβλία των Γαλλικών, αλλά τα λογοτεχνικά ήταν αφορμές για αδιανόητα παιχνίδια του μυαλού. 

Με τ’ άλλα παιδιά συναντιόμασταν γύρω στις έξι το απόγευμα και γυρνούσαμε πίσω στην Πλατεία του Μεγάλου Χωριού της Ευρυτανίας, γύρω στις 9 και μισή το βράδυ, μπορεί και δέκα. Από τον Άγιο Αθανάσιο, όπου υπήρχε ένα καφενείο, τόπος που οι  μεγάλοι πίνανε ελληνικό καφέ, ουζάκι, ή μπύρα, εμείς  τα παιδιά τσακίζαμε τα υποβρύχια ενώ ταυτόχρονα  σκαρφιζόμασταν μεγάλα θέματα για συζήτηση που τα επεξεργαζόμασταν κάτω από τις καστανιές, μακριά από τους μεγάλους. Όταν παίρναμε τον δρόμο του γυρισμού, φυσικά ανάβαμε τους φακούς, αλλά πότε, πότε τους σβήναμε για να δούμε τις δεκάδες πυγολαμπίδες που μας ακολουθούσαν…. Πιστεύαμε, ναι το πιστεύαμε, ότι αυτές ήταν οι καλές νεράιδες του δάσους που μας παρακολουθούσανε για ν’ ακούσουνε τι επιθυμούσαμε να μας χαρίσουν. 

Το αποκορύφωμα εκείνων των καλοκαιρινών ημερών, ερχόταν το βράδυ όταν κάτω από την κεντρική πλατεία του Μεγάλου Χωριού, υπήρχε το εστιατόριο του Τσάμη. Εκτός του ότι εγώ ήμουν κολλητή με τα κορίτσια της οικογένειας, ο παππούς τους έψηνε τα πιο ωραία σουβλάκια καλαμάκια που έχω φάει στην ζωή μου. Θυμάμαι ότι ήταν απίστευτα ζουμερά και μαλακά και μας τα έδινε πάνω σε μια φέτα μεγάλη από ζυμωτό ψωμί που το είχε μαλακώσει το ζουμί από το σουβλάκι και το λεμόνι.  Εκείνη την γεύση, με την κομμένη φέτα στο κέντρο του τραπεζιού, και τις ντομάτες που είχαν έρθει  από το χωράφι, στην ενήλικη ζωή μου δεν τις ξανασυνάντησα ποτέ. 

ADVERTISEMENT

Ο Παππούς των κοριτσιών, μας οργάνωνε για πεζοπορία στο στο βουνό της Γκιόνας Ξεκινούσαμε ξημερώματα και κατεβαίναμε από το βουνό με την Δύση του Ήλιου. Εκτός από την ανάβαση, τα ρυάκια που βλέπαμε, τα οροπέδια που διασχίζαμε, ο παππούς είχε την Καινή Διαθήκη μαζί του. Μας διάβαζε λοιπόν μικρά αποσπάσματα, μας τα εξηγούσε και μετά μας έβαζε να χαράξουμε την φράση που επέλεγε ο καθένας μας ως πιο ενδιαφέρουσα πάνω σ’ ένα χοντρό φλοιό δένδρου. Μόλις τελειώναμε , τα κάρφωνε πάνω στους κορμούς των δένδρων της διαδρομής μας , με σκοπό την επόμενη χρονιά, να θυμόμασταν από που είχαμε περάσει και φυσικά να χαράζαμε τα επόμενα 

Μια από τις βασικές αποστολές του καλοκαιριού ήταν να προσκυνήσουμε την Παναγιά την Προυσιώτισα . Το ταξίδι για το μοναστήρι ήταν από τις κορυφαίες συγκινήσεις εκείνων των καλοκαιριών. Δεν είχε γίνει ακόμη δρόμος και ο μοναδικός τρόπος για να πάμε ήταν ή με τα πόδια ή με άλογα και μουλάρια. Φυσικά όλοι θέλαμε να πάμε με τα ζώα, με την προϋπόθεση ότι θα ξεκινούσαμε πεντέμισι το πρωί. Ανεβαίναμε λοιπόν στα ζώα και ξεκινούσε η πομπή από  είκοσι – εικοσιπέντε στην σειρά άλογα, που για να κερδίσουμε χρόνο, περνούσαμε κάθετα το ποτάμι του Γάβρου ….Ήταν τόσο δυνατές εκείνες οι εμπειρίες που όταν γυρίζαμε πίσω στο σπίτι γιατί το σχολείο η προσαρμογή μόνο εύκολη δεν ήταν 

Στο Μεγάλο Χωριό είχα πρωτοδεί Αγελάδα να γεννάει το μοσχαράκι της, εμπειρία που με είχε τόσο συνταράξει που έδωσε την αφορμή στον δικό μου παππού να μου εξηγήσει ότι όλα τα θηλαστικά του πλανήτη φέρνουν στον κόσμο τα μωρά τους με τον ίδιο τρόπο και η μαμά τους το πρώτο διάστημα τα θηλάζει και τα υποστηρίζει μέχρι να μπορούν σιγά – σιγά να γίνουν ανεξάρτητα. Δίπλα σ’ εκείνη την Αγελάδα και το μοσχαράκι λοιπόν έμενα τουλάχιστον ένα τετράωρο κάθε μέρα. Όταν έφτασε ο καιρός να φύγουμε από το χωριό απαίτησα από τον παππού ότι δεν θα πήγαινα πουθενά αν δεν παίρναμε μαζί μας το μοσχαράκι. Χρειάστηκε συμβολή όλων των μεγάλων δυνάμεων της εποχής, για να με μεταπείσουν, αλλά εγώ είχα εγκατασταθεί στον στάβλο απειλώντας ότι θα έμενα στο χωριό και θα πήγαινα σχολείο εκεί. Τίποτα δεν είναι πιο διαβρωτικό στην  οικογένεια , από ένα πεντάχρονο που βάζει όρους σαν και τους δικούς μου τότε. Τους είχα λύσεις για όλα. Το μοσχαράκι θα μπορούσε να ζήσει μαζί μας στον μεγάλο κήπο του σπιτιού. Όταν μεγάλωνε θα το πηγαίναμε στο κτήμα και θα φέρναμε και την μαμά του για παρέα. Το πρώτο μεγάλο ρήγμα στο εχθρικό μέτωπο συνέβη, όταν άκουσα τον παππού να διαπραγματεύεται την μεταφορά μ’ έναν κύριο που είχε αγροτικό αυτοκίνητο. 

Όλα αυτά φυσικά γινόντουσαν εν’ αγνοία της Γιαγιάς η οποία είδε όταν γυρίσαμε στο σπίτι εμένα να ουρλιάζω από χαρά πριν της παρουσιάσω τον υψηλό καλεσμένο.

Μόλις εκείνη συνειδητοποίησε τι την βρήκε, σκάναρε με ματιά που μόνο οι γυναίκες διαθέτουν τον άντρα της ….. ο οποίος κοιτάζοντάς την με  ηρωισμό της είπε « Για το παιδί το έκανα»… Έτσι κάπως φτάσαμε με τον παππού να βγάζουμε βόλτα το μοσχαράκι με σκοινί, με μένα να το παρουσιάζω παντού . Λίγες μέρες μετά η γιαγιά μας ενημέρωσε ότι όλα τα τριαντάφυλλά στον κήπο είχαν εξαφανιστεί, καθώς ο Ευριπίδης, (έτσι το βαφτίσει )  τα είχε φάει…

Στα καλοκαίρια των παιδικών μας χρόνων όλα είναι καινούργια 

Ένα παιδικό καλοκαίρι είναι γεμάτο «πρώτες φορές».

Το πρώτο μπάνιο χωρίς μπρατσάκια. Η πρώτη φορά που μας άφησαν να μείνουμε έξω μέχρι αργά. Ένα καινούργιο μέρος, μια καινούργια παρέα, ένα ταξίδι, ένας καλοκαιρινός έρωτας λίγο αργότερα στην εφηβεία.

Αντίθετα, η ενήλικη καθημερινότητα χαρακτηρίζεται συχνά από ρουτίνα. Ξυπνάμε περίπου την ίδια ώρα, ακολουθούμε γνωστές διαδρομές, εργαζόμαστε, διεκπεραιώνουμε υποχρεώσεις. Ακόμη και στις διακοπές, πολλές φορές κουβαλάμε μαζί μας ένα μέρος αυτής της ρουτίνας  και, βέβαια, το κινητό μας.

Οι ημέρες μπορεί να είναι γεμάτες, αλλά δεν είναι απαραίτητα γεμάτες από καινούργιες αναμνήσεις.

Ο χρόνος που ζούμε και ο χρόνος που θυμόμαστε

Υπάρχει μια ενδιαφέρουσα διάκριση στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον χρόνο.

Άλλο είναι το πόσο μεγάλη μας φαίνεται μια χρονική περίοδος την ώρα που τη ζούμε και άλλο το πόσο μεγάλη μοιάζει όταν τη θυμόμαστε αργότερα.

Μια βαρετή ώρα αναμονής μπορεί να φαίνεται ατελείωτη όσο τη ζούμε. Όταν όμως κοιτάξουμε πίσω, μπορεί να μην έχει αφήσει σχεδόν κανένα ίχνος στη μνήμη μας.

Το αντίθετο μπορεί να συμβεί με ένα ταξίδι γεμάτο νέες εικόνες και εμπειρίες. Οι ημέρες περνούν γρήγορα όσο βρισκόμαστε εκεί, αλλά όταν επιστρέψουμε και ανακαλέσουμε όσα συνέβησαν, η ίδια περίοδος μοιάζει πολύ μεγαλύτερη.

Αυτό βοηθά να εξηγηθεί και ένα μέρος της «μαγείας» των παιδικών καλοκαιριών: είχαν περισσότερα γεγονότα που άξιζαν, για τον εγκέφαλο, να αποθηκευτούν.

Μήπως φταίει και η ηλικία;

Υπάρχει και μια παλιά, διαισθητικά ελκυστική εξήγηση: όσο μεγαλώνουμε, κάθε χρόνος αντιπροσωπεύει μικρότερο ποσοστό της ζωής μας.

Για ένα παιδί 10 ετών, ένας χρόνος αντιστοιχεί στο ένα δέκατο της μέχρι τότε ζωής του. Για έναν άνθρωπο 50 ετών, είναι μόλις το ένα πεντηκοστό.

Η ιδέα αυτή χρησιμοποιείται συχνά για να εξηγήσει γιατί τα χρόνια φαίνεται να επιταχύνουν καθώς μεγαλώνουμε. Δεν αποτελεί από μόνη της πλήρη επιστημονική εξήγηση της αντίληψης του χρόνου. Δείχνει, όμως, με έναν απλό τρόπο πόσο διαφορετική μπορεί να είναι η υποκειμενική σημασία μιας ίδιας χρονικής διάρκειας σε διαφορετικές ηλικίες.

Για ένα παιδί, τρεις μήνες καλοκαιρινών διακοπών είναι ένα τεράστιο κομμάτι της ζωής που έχει ήδη ζήσει.

Για έναν ενήλικα, τρεις μήνες μπορούν να χαθούν ανάμεσα σε προθεσμίες, λογαριασμούς, υποχρεώσεις και ειδοποιήσεις στην οθόνη.

Και μετά υπάρχει η νοσταλγία

Δεν θυμόμαστε το παρελθόν σαν βίντεο που έχει αποθηκευτεί αυτούσιο στον εγκέφαλο.

Θυμόμαστε τη θάλασσα, όχι απαραίτητα την ώρα που βαριόμασταν μέχρι να μας πάνε για μπάνιο. Θυμόμαστε τα παιχνίδια με τους φίλους, αλλά λιγότερο τους καβγάδες. Θυμόμαστε τη μυρωδιά από το φαγητό της γιαγιάς και όχι όλες εκείνες τις ημέρες που, στην πραγματικότητα, δεν συνέβη τίποτα αξιομνημόνευτο.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι αναμνήσεις μας είναι ψεύτικες. Σημαίνει ότι είναι επιλεκτικές.

Και ίσως αυτό είναι ένα από τα ωραιότερα χαρακτηριστικά της ανθρώπινης μνήμης: δεν κρατά απλώς ημερομηνίες και γεγονότα. Κρατά το συναίσθημα που συνδέθηκε μαζί τους.

Γι’ αυτό ένα τραγούδι, η μυρωδιά ενός αντηλιακού ή ακόμη και ο ήχος από τα τζιτζίκια μπορούν ξαφνικά να ανοίξουν μια πόρτα που νομίζαμε ότι είχε κλείσει εδώ και χρόνια.

Μπορούμε να κάνουμε τον χρόνο να «πηγαίνει πιο αργά»;

Δεν μπορούμε, φυσικά, να επιβραδύνουμε το ρολόι.

Μπορούμε όμως να επηρεάσουμε τον τρόπο με τον οποίο βιώνουμε  και κυρίως τον τρόπο με τον οποίο θυμόμαστε τον χρόνο μας.

Οι καινούργιες εμπειρίες, η αλλαγή της ρουτίνας, η πραγματική προσοχή σε αυτό που συμβαίνει γύρω μας και η δημιουργία στιγμών που ξεχωρίζουν από την καθημερινότητα δίνουν στον εγκέφαλο περισσότερα σημεία αναφοράς.

Δεν χρειάζεται να ταξιδέψουμε στην άλλη άκρη του κόσμου. Μπορεί να είναι μια διαφορετική παραλία, μια βόλτα χωρίς συγκεκριμένο προορισμό, ένα τραπέζι με ανθρώπους που έχουμε καιρό να δούμε, μια ημέρα χωρίς να κοιτάμε συνεχώς την ώρα ή την οθόνη.

Ίσως, λοιπόν, το ερώτημα δεν είναι μόνο γιατί τα καλοκαίρια της παιδικής μας ηλικίας έμοιαζαν μεγαλύτερα.Ίσως είναι και τι είχαν εκείνα τα καλοκαίρια που λείπει συχνά από τα σημερινά.

Είχαν λιγότερο πρόγραμμα. Περισσότερες πρώτες φορές. Περισσότερη περιέργεια. Και πολύ λιγότερη ανάγκη να προλάβουμε κάτι.

Το ημερολόγιο δεν μπορεί να μας ξαναδώσει εκείνα τα ατελείωτα καλοκαίρια.

Μπορούμε όμως, ίσως, να θυμηθούμε κάτι από τον τρόπο με τον οποίο τα ζούσαμε.

Ετικέτες: ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΠΑΙΔΙΑ
Προηγούμενο

Δεκαπενταύγουστος στην Ελλάδα: 10 τόποι, 10 γεύσεις και τα έθιμα πίσω από το γιορτινό τραπέζι

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

No Result
View All Result
ADVERTISEMENT
Nanascent

info@nanascent.gr | advertise@nanascent.gr

Copyright 2025 Nanascent. All rights reserved. Powered by Pavla SA

No Result
View All Result
  • Home
  • NanaLand
  • Health – Beyond
    • Καινοτομία
    • Νέα
    • Πρόσωπα
    • Συνεντεύξεις
  • Ψυχική υγεία
    • Σχέσεις
    • Γάμος
    • Γονείς – παιδιά
    • Γυναίκα
    • Τρίτη ηλικία
  • Ευ Ζην
    • Γυναίκα
    • Διατροφή
    • Προτάσεις
    • DIY
  • Kαι τώρα τι κάνουμε
  • Art Therapy
  • Culture

© 2025 All rights reserved. Powered by Pavla SA.