Κάτω από τα πόδια μας απλώνεται ένας κόσμος που συνήθως δεν βλέπουμε. Οι μύκητες αναπτύσσουν τεράστια δίκτυα, ανταλλάσσουν χημικά και ηλεκτρικά σήματα και αποτελούν κρίσιμο μέρος των οικοσυστημάτων. Τώρα, μια έκθεση στη Βρετανία επιχειρεί κάτι διαφορετικό: να μετατρέψει ορισμένα από αυτά τα σήματα σε ήχο και να μας κάνει να αναρωτηθούμε τι θα μπορούσαμε να «ακούσουμε», αν δίναμε μεγαλύτερη προσοχή στη φύση.
Ένα μανιτάρι βρίσκεται μπροστά μας.
Δεν έχει φωνή. Δεν διαθέτει αυτιά. Δεν γνωρίζει τι είναι μουσική.
Κι όμως, όταν αισθητήρες τοποθετηθούν πάνω του και καταγράψουν μικροσκοπικές μεταβολές της ηλεκτρικής του δραστηριότητας, ένας υπολογιστής μπορεί να μετατρέψει αυτά τα δεδομένα σε νότες.
Και ξαφνικά ο σιωπηλός οργανισμός αποκτά έναν ήχο.
Όχι επειδή το μανιτάρι αποφάσισε να παίξει μουσική.
Αλλά επειδή ένας άνθρωπος αποφάσισε να μεταφράσει τα βιολογικά του σήματα σε κάτι που μπορεί να ακούσει το ανθρώπινο αυτί.
Αυτό ακριβώς βρίσκεται πίσω από μία από τις πιο ασυνήθιστες πολιτιστικές εκθέσεις του φετινού φθινοπώρου στη Βρετανία.
Living Labyrinths: ο κόσμος των μυκήτων γίνεται τέχνη
Η έκθεση «Living Labyrinths: Fungi in Art, Science and History» στο Royal Albert Memorial Museum & Art Gallery (RAMM) του Exeter εξερευνά τους μύκητες όχι μόνο ως βιολογικούς οργανισμούς, αλλά ως πηγή επιστημονικής παρατήρησης, καλλιτεχνικής δημιουργίας και ανθρώπινης φαντασίας.
Περισσότερα από εκατό αντικείμενα και έργα αφηγούνται μια ιστορία που κινείται ανάμεσα στην επιστήμη και την τέχνη: ιστορικές απεικονίσεις, σύγχρονες εγκαταστάσεις, επιστημονικά δείγματα και έργα εμπνευσμένα από τον παράξενο κόσμο των μυκήτων.
Και κάπου ανάμεσά τους βρίσκεται ένα έργο που μας καλεί κυριολεκτικά να ακούσουμε.
Ο καλλιτέχνης Tarun Nayar, γνωστός για το πρότζεκτ Modern Biology, χρησιμοποιεί βιοαισθητήρες για να καταγράψει μικρές μεταβολές ηλεκτρικού δυναμικού σε ζωντανούς οργανισμούς και στη συνέχεια τις μετατρέπει, μέσω ηλεκτρονικών συστημάτων, σε ήχους.
Η διαδικασία ονομάζεται sonification — ηχητικοποίηση δεδομένων.
Και εδώ βρίσκεται μια σημαντική διάκριση.
Οι μύκητες δεν «παίζουν μουσική».
Τα δεδομένα που παράγει η βιολογική τους δραστηριότητα αντιστοιχίζονται από τον άνθρωπο σε μουσικές παραμέτρους. Με άλλα λόγια, ακούμε μια ερμηνεία των δεδομένων, όχι ένα κρυφό τραγούδι που υπήρχε ήδη μέσα στο μανιτάρι.
Αυτό όμως δεν κάνει το αποτέλεσμα λιγότερο συναρπαστικό.
Ίσως το κάνει περισσότερο.
Ένας ολόκληρος κόσμος κάτω από τα πόδια μας
Μύκητες Hypholoma fasciculare σε υδατογραφία του 1892. Η επιστημονική απεικόνιση των μυκήτων γνώρισε ιδιαίτερη ανάπτυξη τον 19ο αιώνα — την εποχή κατά την οποία και η Beatrix Potter άρχισε να τους παρατηρεί και να τους ζωγραφίζει με εξαιρετική ακρίβεια. Πηγή: Wellcome Collection / Public Domain.
Όταν λέμε «μύκητες», οι περισσότεροι σκεφτόμαστε τα μανιτάρια που βλέπουμε στο δάσος ή στο πιάτο μας.
Αυτό όμως που βλέπουμε είναι μόνο ένα μικρό μέρος του οργανισμού.
Κάτω από το έδαφος μπορεί να βρίσκεται το μυκήλιο, ένα πολύπλοκο δίκτυο λεπτών νημάτων, των υφών, που εξαπλώνεται στο χώμα, στο ξύλο ή σε άλλη οργανική ύλη.
Οι μύκητες παίζουν θεμελιώδη ρόλο στα οικοσυστήματα. Αποσυνθέτουν οργανική ύλη και ανακυκλώνουν θρεπτικά συστατικά, ενώ πολλοί δημιουργούν συμβιωτικές σχέσεις με τις ρίζες των φυτών.
Επιστημονική απεικόνιση από το Popular Science Monthly, 1886. Πηγή: Wikimedia Commons / Public Domain.
Μέσα από αυτές τις μυκορριζικές σχέσεις, φυτά και μύκητες μπορούν να ανταλλάσσουν θρεπτικές ουσίες.
Η επιστημονική έρευνα εξετάζει επίσης εδώ και χρόνια τα ηλεκτρικά φαινόμενα που εμφανίζονται στους μύκητες.
Έχουν καταγραφεί μεταβολές και παλμοί ηλεκτρικού δυναμικού στα μυκηλιακά δίκτυα. Το τι ακριβώς σημαίνουν όμως αυτά τα μοτίβα αποτελεί αντικείμενο έρευνας.
Και εδώ χρειάζεται προσοχή.
Η ύπαρξη ηλεκτρικών σημάτων δεν σημαίνει ότι οι μύκητες διαθέτουν γλώσσα με την ανθρώπινη έννοια, ούτε ότι «μιλούν» μεταξύ τους όπως συχνά παρουσιάζεται σε εντυπωσιακούς τίτλους.
Σημαίνει ότι ακόμη προσπαθούμε να κατανοήσουμε έναν βιολογικό κόσμο πολύ πιο σύνθετο από όσο πιστεύαμε κάποτε.
Και κάπου εδώ εμφανίζεται η Beatrix Potter
Η έκθεση κρύβει και μια υπέροχη πολιτιστική ιστορία.
Το όνομα Beatrix Potter είναι συνδεδεμένο για εκατομμύρια ανθρώπους με τον Peter Rabbit και τα διάσημα παιδικά βιβλία της.
Πολύ πριν όμως γίνει γνωστή ως συγγραφέας και εικονογράφος, η Potter είχε αναπτύξει ένα εντυπωσιακό ενδιαφέρον για τη μυκητολογία.
Παρατηρούσε μύκητες, τους σχεδίαζε με εξαιρετική ακρίβεια και ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για τον τρόπο με τον οποίο αναπτύσσονται και αναπαράγονται.
Οι υδατογραφίες της δεν ήταν απλώς όμορφες ζωγραφιές.
Είχαν τέτοια λεπτομέρεια ώστε εξακολουθούν να έχουν ιστορική αξία ως βοτανικές και μυκητολογικές απεικονίσεις.
Η Potter προσπάθησε μάλιστα να συμμετάσχει στην επιστημονική συζήτηση της εποχής της. Το 1897 εργασία της για τη βλάστηση των σπορίων παρουσιάστηκε στη Linnean Society of London μέσω άνδρα εκπροσώπου, καθώς οι γυναίκες δεν μπορούσαν τότε να συμμετέχουν στις συνεδριάσεις της Εταιρείας.
Η ιστορία αποκτά έτσι μια δεύτερη διάσταση.
Μια γυναίκα που έμεινε στην ιστορία ως δημιουργός παιδικών ιστοριών είχε ήδη κοιτάξει τον κόσμο των μυκήτων με το βλέμμα της παρατηρήτριας και της ερευνήτριας.
Όταν η επιστήμη γίνεται πρώτη ύλη για την τέχνη
Τι συμβαίνει λοιπόν όταν ένας καλλιτέχνης μετατρέπει ένα ηλεκτρικό σήμα σε νότα; Δεν κάνει απαραίτητα επιστήμη.
Κάνει όμως κάτι που η τέχνη κάνει εδώ και αιώνες: παίρνει κάτι που υπάρχει στον κόσμο και μας καλεί να το αντιληφθούμε διαφορετικά.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, τα δεδομένα γίνονται ήχος.
Και ο ήχος γίνεται ένας τρόπος να στραφεί η προσοχή μας σε έναν οργανισμό που διαφορετικά ίσως προσπερνούσαμε χωρίς δεύτερη σκέψη.
Αυτό είναι ίσως και το πιο ενδιαφέρον σημείο της συνάντησης τέχνης και επιστήμης.
Η επιστήμη ρωτά: τι συμβαίνει; Η τέχνη μπορεί να ρωτήσει: πώς θα ήταν αν μπορούσαμε να το αισθανθούμε;
Οι δύο ερωτήσεις δεν είναι ίδιες. Αλλά μπορούν να συναντηθούν.
Ίσως το πρόβλημα είναι ότι ακούμε μόνο ό,τι μοιάζει με εμάς
Οι άνθρωποι έχουμε μια σχεδόν αυθόρμητη τάση να αναζητούμε στη φύση χαρακτηριστικά δικά μας.
Λέμε ότι τα φυτά «μιλούν», ότι τα δέντρα «επικοινωνούν», ότι οι μύκητες έχουν «γλώσσα».
Οι μεταφορές αυτές είναι γοητευτικές, αλλά επιστημονικά χρειάζονται όρια.
Ίσως όμως πίσω από την ανάγκη μας να τις χρησιμοποιούμε υπάρχει κάτι βαθύτερο.
Για αιώνες αντιμετωπίσαμε τη φύση κυρίως ως σκηνικό της ανθρώπινης ζωής.
Σήμερα αρχίζουμε να αντιλαμβανόμαστε όλο και περισσότερο ότι γύρω μας λειτουργούν περίπλοκα συστήματα σχέσεων, ανταλλαγών και σημάτων, πολλά από τα οποία μόλις αρχίζουμε να κατανοούμε.
Και η τέχνη μπορεί να μας βοηθήσει όχι να τους αποδώσουμε ανθρώπινη συνείδηση, αλλά να τους προσέξουμε.
Ίσως λοιπόν το πραγματικό ερώτημα να μην είναι εάν ένα μανιτάρι μπορεί να φτιάξει μουσική.
Η επιστημονικά ακριβής απάντηση σε αυτό είναι απλή: όχι με την έννοια που τη φτιάχνει ένας άνθρωπος.
Το ενδιαφέρον ερώτημα είναι διαφορετικό: Πόσοι κόσμοι υπάρχουν γύρω μας, παράγοντας σήματα που ποτέ δεν αντιλαμβανόμαστε επειδή οι αισθήσεις μας δεν έχουν μάθει να τους ακούν;
Και ίσως εκεί ακριβώς αρχίζει η τέχνη.




